Δεν είναι βέβαια κάτι ανεξήγητο να έχεις αποφασίσει να μιλήσεις για ένα πρόσωπο μ’ έναν τρόπο αισθηματικό και, αιφνίδια, η φορά των πραγμάτων να σε υποχρεώνει να μιλήσεις για το πρόσωπο αυτό από πολιτική σκοπιά – όσο κι αν κάτι αντίστοιχο θα ήταν αναμενόμενο για την Αμαλία Καραμανλή – Μεγαπάνου. Βέβαια πολύ εκφραστικότερο θα παρέμενε να έγραφε κανείς για μια συζυγία του πολιτικού με το αισθηματικό στοιχείο, φτάνει να αναλογιζόταν τη φράση της κομμουνίστριας αρχικά και αριστερής μεταγενέστερα Αλκης Ζέη ότι «ο Εμφύλιος στην Ελλάδα έληξε όταν γίναμε φίλες, οι δυο μας, με την Αμαλία», σε συνδυασμό με το γεγονός πως πέθαναν με διαφορά ελάχιστων μηνών η μια από την άλλη.
Δεν ήταν το μόνο προοδευτικό πολιτικά πρόσωπο η Αλκη Ζέη, όπως είχε καθορίσει και σχηματίσει τον στενό κύκλο των φίλων της η Μεγαπάνου, μετά τον χωρισμό της, το 1970, από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Οχι βέβαια πως θα είχε ποτέ διανοηθεί ο εθνάρχης να της υποδείξει τις φιλίες της καθώς γνώριζε πολύ καλά τον χαρακτήρα της συζύγου του.
Γεγονός πάντως είναι πως μετά τον χωρισμό τους, η Μεγαπάνου βρέθηκε σε ένα σταυροδρόμι καθώς υποχρεωνόταν να αποφασίσει αν θα διαχώριζε στη συνέχεια την πορεία της από μια αναπόφευκτα καταλυτική πλέον «σκιά», δημιουργώντας το προσωπικό της δαχτυλικό αποτύπωμα στη δημόσια σφαίρα, ή αν θα ζούσε με τις πιστώσεις που της είχε «εξασφαλίσει» μια συζυγία που οποιαδήποτε άλλη γυναίκα θα την είχε συντρίψει για το υπόλοιπο της ζωής της. Γεννημένη, όπως έλεγε η ίδια για τον εαυτό της, «στρατιώτης», αντιμετώπιζε την εικοσαετία του έγγαμου βίου της με τον Καραμανλή ως μια «διατεταγμένη υπηρεσία», που είχε αποφασίσει να τη φέρει σε πέρας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Μια συνείδηση «στρατιώτη», που την ανέπτυξε στο έπακρο μετά τον χωρισμό τους. Από την επόμενη κιόλας μέρα «στρώθηκε» στη δουλειά, καθόταν απαρέγκλιτα στα παλαιότερα χρόνια μπροστά στη γραφομηχανή και στα πολλά μεταγενέστερα μπροστά στο κομπιούτερ, στις οκτώ το πρωί ως τις τέσσερις το απόγευμα, ένα ακέραιο οκτάωρο. Καρπός αυτής της πολύχρονης εργασίας είναι τα δώδεκα πεζογραφικά της βιβλία, με ανάμεσά τους «Ο διάλογος με την Αννα», «Γκρίζα πέτρα», «Δέκα λεπτά», «Το μαύρο ταξί», «Το παιδί της μάνας μου», «Σιμώνη».
Αρνούνταν κατηγορηματικά κάθε πρόσκληση που είχε τον χαρακτήρα της κοσμικής συναναστροφής και όσο κι αν δεν ήταν ο άνθρωπος που μιλάει εξομολογητικά για τον εαυτό του, ή θέλει να ακούει εξομολογήσεις των άλλων, όταν συνέβαινε κάτι αντίστοιχο ήταν πολύ καίρια αλλά και πολύ αυστηρή στις συμβουλές της. Αν την ενδιέφερε η επικοινωνία είναι όταν γίνεται με καθαρά εσωτερικούς όρους, χωρίς να πτοείται ή να δίνει την ελαχιστότερη σημασία στα «λιλιά» της οποιασδήποτε μικρής ή μεγάλης κοινωνικής καταξίωσης ή επιτυχίας.
Οταν την αναλογίζεται κανείς, παρατηρεί, εκ των υστέρων, πως φίλοι της υπήρξαν άνθρωποι που είχαν «δοκιμαστεί» σε σχέση με μια πολύ λεπτή ισορροπία: Αν, ενώ βέβαια την είχαν γνωρίσει, ήταν η ίδια που συνέχιζε να τους ενδιαφέρει και δεν τους ενδιέφερε σε σχέση με τις αναμνήσεις της, ή με όσα θα μπορούσε να αφηγηθεί χάρη στην εικοσαετή κοινή τους ζωή με τον Καραμανλή.
Θα συμπέραινε κανείς πως επρόκειτο για μια τραυματική αντίδραση, θα το συμπέραινε όμως αν δεν είχε παρατηρήσει τη μάχιμη ευπρέπειά της καθώς, γνωρίζοντας τους χαρακτηρισμούς που είχαν ακουστεί, ή συνέχιζαν να διατυπώνονται για τον Καραμανλή («απότομος», «άξεστος», «βάρβαρη συμπεριφορά», αφού δεν δίσταζε να βρίζει ή να κατεβάζει καντήλια), δεν έπαυε να τον υπερασπίζεται μιλώντας για ένα άτομο «μοναχικό», «εσωστρεφές», που «δεν ομολογούσε καν το ένα μισό του εαυτού του στο δεύτερο μισό τι ήταν αυτό που είχε σκεφτεί». Αντίδραση τελικά μιας ισοβίως ερωτευμένης γυναίκας, που αν τολμούσες να της προσάψεις τον σχετικό χαρακτηρισμό μάλλον θα αντιδρούσε βίαια, δεν έπαυε όμως να ισχύει αν παρατηρούσε κανείς τη χαρά της όταν λίγες μέρες μετά τον θάνατο του Καραμανλή, σύμφωνα με εντολή του, ο Πέτρος Μολυβιάτης της μετέφερε όσα αντικείμενα χρησιμοποιούσαν κατά τη διάρκεια της συζυγίας τους.
Δεν αποκλείεται μια ανάλογη στάση ζωής να οφείλονταν σε ένα σωτήριο για την ίδια, αλλά αδιανόητο να έχει συμβεί για τους άλλους με αυτόν τον τρόπο, ξεκαθάρισμα λογαριασμών με το παρελθόν της ώστε, στον βαθμό που είχε γίνει γνωστό να αφορά αυτούς τους άλλους πολύ περισσότερο από ό,τι αφορούσε πλέον την ίδια.
Ακουγε με συγκατάβαση όσους της μιλούσαν για μια φωτογραφία της με τον Καραμανλή στην είσοδο της Μητρόπολης, ή για τη φωτογραφία τους με τους Κένεντι και τον Καραμανλή στην είσοδο του Λευκού Οίκου, και όταν τα κολακευτικά για την ίδια σχόλια έδειχναν να τραβάνε σε μάκρος, με μια κάθε άλλο παρά προσβλητικά εκφρασμένη δυσφορία, διέκοπτε κάνοντας λόγο για μια συνταρακτική, ιδιωτικής κυρίως τάξεως, συμπεριφορά, που αν και θα έπρεπε να έχει γίνει γνωστή, κανείς ωστόσο δεν μιλούσε γι’ αυτήν.
Επιβεβαίωνε την ειλικρίνεια της στάσης της αυτής καθώς δεν είχε καμία αίσθηση της έννοιας «αρχείο» και, αν σεβόταν οτιδήποτε είχε διασωθεί, χωρίς να το έχει κρατήσει στο σπίτι της, ήταν γιατί η διάσωσή του ήταν έργο του πατέρα της, του Αναστάση, αδελφού, ως γνωστόν, του Παναγιώτη Κανελλόπουλου. Αντίθετα γινόταν σχεδόν εμμονική σε σχέση με ό,τι για να υπάρξει δεν χρειαζόταν παρά τον συγκινητικά διατυπωμένο, χωρίς ωστόσο επαύριο, προφορικό λόγο. Θα έλεγε μάλιστα κανείς πως αν κάτι νομιμοποιούσε τη σχέση της με τον Καραμανλή, δεν ήταν η αποδεδειγμένη χάρη σε ένα πλήθος ντοκουμέντων, αλλά σε κάτι που θα έπαυε να υπάρχει, ενώ η ίδια θα είχε λείψει.
Οπως η ανάμνηση του πατέρα της μια 28η Οκτωβρίου, ενώ το πρωθυπουργικό αυτοκίνητο με τον Καραμανλή και την Αμαλία κατέβαινε την Πανεπιστημίου και το πλήθος ζητωκραύγαζε, θα άκουγε τον πατέρα της να λέει σε ένα νεαρό ζευγάρι και στα δυο του παιδάκια, δείχνοντας την Αμαλία πως «είναι η κόρη μου». Και το ζευγάρι με τα παιδάκια του να τρέπονται έντρομοι σε φυγή, νομίζοντας πως τους έχει απευθυνθεί ένας παράφρονας.







