Και κάθομαι να γράψω. Και δεν ξέρω τι να πρωτογράψω. Στην τηλεόραση κάποιος πολεμικός ανταποκριτής μιλάει για βόμβες, επιθέσεις, δηλώσεις. Πίσω του εκρήξεις και φωτιές. Και από παντού δυσοίωνες προβλέψεις. Για τις τιμές των καυσίμων. Χίλια ευρώ ο τόνος το πετρέλαιο τα Χριστούγεννα, στα χίλια τετρακόσια τώρα. Σιγά μην πάρω.

Θα μπουμπουνίσω το κλιματιστικό. Εχει ανοίξει και η ημέρα, στις εξίμισι πέφτει ο ήλιος. «Απ’ τα μισά του μήνα Μάρτη στον κόσμο ετούτο είναι φορές που πάει κανείς και δίχως χάρτη» έχει γράψει ο Μάνος Ελευθερίου. Αν ζούσε, προχθές θα είχε τα γενέθλιά του. Πρέπει κάποια στιγμή να σβήσω το τηλέφωνό του από το κινητό μου. Οχι, δεν θα το κάνω. Θα το κρατήσω όπως κρατούσαμε παλιά τις φωτογραφίες των δικών μας ανθρώπων που έφυγαν. Τώρα πια οι φωτογραφίες κυκλοφορούν παντού, δεν είναι προσωπικό ενθύμιο, έγιναν δημόσιο αγαθό.

«Γιατί δεν ανεβάζεις φωτογραφία σου με τον Γιώργο Μαρίνο;» ρωτάει μια φίλη. «Εχετε κάνει μαζί καλοκαίρια στην Πάρο, έχετε συνεργαστεί». Αρχισα να της λέω ότι δεν μου αρέσει η προσωπική προβολή με αφορμή έναν θάνατο, όχι, ψέματα, δεν έχω φωτογραφίες μαζί του. Δεν βγάζαμε τότε φωτογραφίες για να «κρατήσουμε τη στιγμή». Θέλαμε να ζήσουμε τη στιγμή, την κάθε στιγμή, δεν περίσσευε χρόνος για φωτογραφίες. Ωραίος άνθρωπος ο Γιώργος. Μαγκάκι. Αμεσος. Με ένα σωρό ιστορίες στη τσέπη του που μας τις ξετύλιγε σαν καραμέλες.

Τις μισές δεν τις θυμάμαι πια, θα έπρεπε να τις σημειώνω κάπου. Σιγά. Αυτές που απολάμβανα τις θυμάμαι καλά. Σαν να τις έχω ζήσει εγώ. Τώρα μελαγχόλησα όμως. Γιατί συνειδητοποίησα ότι έχουμε μεγαλώσει (μην πω την άλλη λέξη, την κακιά) όταν αρχίσουμε να μπερδεύουμε τι έχουμε ζήσει και τι μας έχουν διηγηθεί. Δεν βαριέσαι.

Και ο άλλος Γιώργος, ο Πανουσόπουλος, ωραίος τύπος. Ωραίος όπως η γενιά του. Εφηβοι ετών 85. Βλέπω φωτογραφίες από τους «Απέναντι». Θυμάμαι ακόμη και σε ποιο σινεμά την είχα δει. Η Μπέτυ Λιβανού στα ντουζένια της γοητείας της, η Σοφία Αλιμπέρτη μικρό, πολύ μικρό κορίτσι. Τότε τραγουδούσαμε το «Φεύγουν τα καλύτερα μας χρόνια» του Κηλαηδόνη. Είκοσι χρονών και μας είχε πλήξει η νοσταλγία διότι νομίζαμε ότι έκανε και λίγο σέξι. Σαράντα πέντε χρόνια μετά η νοσταλγία έχει πια πολλά προικιά και είναι ξενέρωμα. Ασε το παρελθόν, φουλ στο παρόν. Το πρώτο το χρειαζόμαστε, το δεύτερο όμως μας χρειάζεται.

Τώρα στην τηλεόραση κάποιος εξηγεί τα του πολέμου με τόση σιγουριά που σε πείθει πως ούτε ο ίδιος δεν τα πιστεύει. Αλλάζω κανάλι. Η Μάγδα Φύσσα. Εχει νικήσει, αλλά μοιάζει θλιμμένη. «Παίρνω τον Παύλο μου και φεύγω» λέει έξω από τα δικαστήρια.

Ο αγώνας της έφτασε σε ένα νικηφόρο τέλος και τώρα μένει μόνη της με τις αναμνήσεις και τον πόνο της. Σπαραγμός. Χτυπάει η πόρτα. Εχουν φέρει τα ψώνια από το σουπερμάρκετ. Λογαρισμός 125 ευρώ. Για πέντε σακούλες. Πόσα να αντέξω ο άνθρωπος. Και ξαφνικά βλέπω σε ένα σάιτ τον Λαφαζάνη με μια τεράστια φωτογραφία του Χαμεϊνί, σαν εικόνα σε περιφορά. Και σκέφτομαι ότι μια κωμωδία μπορεί να κρυφτεί σε οποιαδήποτε τραγωδία. Πάμε για άλλα.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Πώς δολοφόνησαν ΗΠΑ και Ισραήλ τον Χαμενεΐ