Η 8η Μαρτίου υιοθετήθηκε από τα Ηνωμένα Εθνη ως Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας το 1975. Εως τότε τη γιόρταζαν κυρίως τα σοσιαλιστικά κινήματα και οι χώρες του αποκαλούμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού». Και αυτό διότι ήδη από το 1917 η Ρωσική Επανάσταση έδωσε δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες και η συγκεκριμένη ημέρα καθιερώθηκε ως εθνική αργία.
Τα δεδομένα φυσικά έχουν αλλάξει, καθώς έχουν περάσει 109 χρόνια από τότε. Και όμως, σήμερα οι γυναίκες κάθε άλλο παρά ισότητα και σεβασμό απολαμβάνουν στις περισσότερες σύγχρονες κοινωνίες. Χαρακτηριστικά, μια έρευνα του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, που δημοσιεύτηκε την περασμένη Τρίτη, έδειξε ότι περίπου το ένα τρίτο των γυναικών στην ΕΕ έχει βιώσει κάποια μορφή φυσικής ή σεξουαλικής βίας στη ζωή του. Η ίδια μελέτη, επίσης, ανέδειξε άλλες διαδεδομένες μορφές κακοποίησης, όπως η ψυχολογική, η οικονομική και η διαδικτυακή, ενώ υπογράμμισε ότι οι περισσότερες υποθέσεις δεν αναφέρονται ποτέ στις Αρχές.
Η αλήθεια είναι ότι αυτοί που πρώτοι καθιέρωσαν την Ημέρα της Γυναίκας μάλλον θα χαρακτήριζαν τη θρησκεία το «όπιο του λαού». Από την άλλη, για πολλούς η θρησκεία και η Εκκλησία αποτελούν ένα πνευματικό καταφύγιο ή μια πυξίδα για τη ζωή τους. Την ίδια στιγμή, πολλές θρησκείες κατηγορούνται συχνά ότι αντιμετωπίζουν τη γυναίκα, τόσο στα ιερά τους κείμενα όσο και στην καθημερινή πρακτική εφαρμογή τους, ως «κατώτερο ον». Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, πως αυτό προβάλλεται και ως ένα από τα επιχειρήματα υπέρ της επίθεσης ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του «Ιράν των μουλάδων».
Από το «η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδρα» μέχρι την μπούρκα και το νικάμπ, είναι γεγονός ότι οι θρησκείες σχηματίστηκαν πριν από χιλιάδες χρόνια, σε τελείως διαφορετικό οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο από το σημερινό. Τι έχει απομείνει από αυτό; Και πώς προσαρμόζεται στο 2026; Αναζητώντας απαντήσεις, επιλέξαμε, με αφορμή τη φετινή Ημέρα της Γυναίκας, να απευθυνθούμε σε εκπροσώπους πέντε θρησκειών ή δογμάτων με παρουσία στην Ελλάδα, ρωτώντας τους τι πρεσβεύουν για τη θέση της γυναίκας στη σημερινή κοινωνία. Οι απαντήσεις τους έχουν ενδιαφέρον, παρά τον «εξειδικευμένο» λόγο.
«Ο άνθρωπος, 2.026 χρόνια μετά» του πρωτοπρ. Αντώνιου. Α. Καλλιγέρη
Στα ευαγγελικά κείμενα βλέπουμε τον Χριστό σε μια αυστηρά πατριαρχική κοινωνία να μην αξιολογεί τον άνθρωπο, άνδρα ή γυναίκα, με γνώμονα το φύλο του. Ανοίγει θεολογικό διάλογο με τη Σαμαρείτιδα σε δημόσιο χώρο, προκαλώντας την απορία ακόμη και των μαθητών Του, ενώ φανερώνεται Αναστημένος στις Μυροφόρες, σε μια εποχή που η μαρτυρία των γυναικών στον κοινωνικό τους χώρο δεν είχε καμία αξία. Ακολουθώντας το παράδειγμά Του, οι χριστιανοί των πρωτοχριστιανικών κοινοτήτων δίδουν το δημόσιο διακόνημα του αποστόλου και του διακόνου και σε γυναίκες. Ο Απόστολος Παύλος ειδικά διακηρύσσει: «Δεν υπάρχει πια Ιουδαίος και ειδωλολάτρης, δεν υπάρχει δούλος και ελεύθερος, δεν υπάρχει άνδρας και γυναίκα. Ολοι σας είστε ένας χάρη στον Ιησού Χριστό». Η φράση δηλώνει ξεκάθαρα ότι στην εν Χριστώ κοινότητα δεν ισχύουν οι κοινωνικές αντιλήψεις, τα στερεότυπα και οι διακρίσεις, αλλά ως βασικά κριτήρια ζωής νοούνται η πίστη και η αγάπη.
Ακόμα και το περιβόητο χωρίο «η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδρα», αν δεν το αποκόψουμε από το υπόλοιπο κείμενο, θα διαπιστώσουμε ότι ζητεί από τον άνδρα να κάνει ακριβώς το αντίθετο από αυτό που πιστεύουν σχεδόν όλοι σήμερα. Ο Αγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, αργότερα, δεν δυσκολεύεται να υποστηρίξει ότι οι νόμοι είναι σε βάρος της γυναίκας γράφοντας «άνδρες οι νομοθετούντες διά τούτο κατά γυναικών η νομοθεσία».
Με βάση όσα προαναφέραμε, δεν αποδίδεται στη γυναίκα – ούτε από την Εκκλησία ούτε από την κοινωνία – η θέση που της αρμόζει. Η αρχική δυναμική του ευαγγελικού μηνύματος υποχώρησε και επικράτησαν στους χριστιανούς ειδωλολατρικές και ιουδαϊκές αντιλήψεις, οι οποίες περιθωριοποίησαν τελικά τη γυναίκα. Πρόκειται για μια ήττα η οποία είναι διαχρονική και έχει συνέπειες.
Οι ανισότητες σήμερα ανάμεσα στα φύλα παραμένουν πολλές και δυστυχώς βαθαίνουν περισσότερο. Μπορούν να γεφυρωθούν, αρκεί η ποιμαντική ευθύνη των θεσμικώς εντεταλμένων να μην εξαντλείται στον νόμο και να ακολουθεί το κριτήριο της αλήθειας των πηγών της διδασκαλίας του χριστιανισμού έναντι της συνήθειας που ονομάζουμε «παράδοση».
Ο πρωτοπρ. Αντώνιος. Α. Καλλιγέρης είναι συντονιστής της πρωτοβουλίας για την πρόληψη της ενδοοικογενειακής βίας, Ιδρυμα Νεότητας και Οικογένειας της Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών
«Βρισκόμαστε σε αδιέξοδο του Θεόδωρου Κοντίδη
Το γυναικείο κίνημα, το οποίο αναπτύσσεται μετά το 1950 στον δυτικό κόσμο, αποτελεί μια συνιστώσα μέσα σε μια ευρύτερη εξέλιξη της κοινωνίας προς την κατεύθυνση της αυτονομίας, της ελευθερίας, της αυτοδιάθεσης και της ρήξης με παραδοσιακούς κανόνες ζωής. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αυτονομία, η αυτοδιάθεση των γυναικών επέφερε ίσως τις πιο βαθιές αλλαγές στη σύγχρονη κοινωνία. Οι εξελίξεις ήταν σαρωτικές με τις ατομικές ελευθερίες, τη σεξουαλική επανάσταση και την αντισύλληψη, την επακόλουθη είσοδο στην αγορά εργασίας και τις αλλαγές που επέφεραν στην οικογένεια.
Η γενικότερη αυτή εξέλιξη διέπεται και καθοδηγείται κυρίως από την οικονομία, τους κανόνες της εργασίας και τους σκοπούς της παραγωγής. Η ατομική αυτονομία (ως ελευθερία) και ο καταναλωτισμός (ως επιτυχία και ευτυχία) έγιναν οι κυρίαρχες δυνάμεις που παραγκωνίζουν οποιαδήποτε άλλη αξία ή τρόπους ζωής προσανατολισμένους στην κοινότητα ή στην οικογένεια.
Πού βρισκόμαστε σήμερα; Τα αγαθά της ελευθερίας, της αυτοδιάθεσης, της εργασίας είναι προφανή και μη αναστρέψιμα. Συγχρόνως, οι γυναίκες ιδιαίτερα, πέρασαν από την παραδοσιακή σε μια νέα υποτέλεια, αυτή της οικονομικής αποδοτικότητας και των προτύπων ευτυχίας στις οθόνες των μίντια, όπου η βιομηχανία του θεάματος είχε και συνεχίζει να έχει κεντρικό ρόλο.
Νομίζω ότι βρισκόμαστε σε αδιέξοδο. Το δημογραφικό πρόβλημα και το αυξανόμενο ποσοστό γυναικών άνω των 35 ετών που ζουν χωρίς μόνιμο σύντροφο και είναι άτεκνες είναι σημαδιακά. Το νέο μοντέλο επέτρεψε την έξοδο από τον ρόλο που απέδιδε η οικογένεια στη γυναίκα, με κόστος την ίδια την οικογένεια και γι’ αυτό δεν είναι βιώσιμο. Πρώτα, οι ίδιες οι γυναίκες είναι ανάγκη να αξιολογήσουν την εμπειρία τους και να αναζητήσουν μια άλλη οδό, τόσο για τις ίδιες όσο και για το μέλλον της κοινωνίας.
Ο Θεόδωρος Κοντίδης είναι Αρχιεπίσκοπος Καθολικών Αθηνών
«Κριτήριο η πίστη, όχι το φύλο» του Ιμάμ Σουχέιπ
Η θέση του Ισλάμ αναφορικά με τη γυναίκα θεμελιώνεται στην αρχή της ισότητας της ανθρώπινης αξίας και της πνευματικής ευθύνης ενώπιον του Θεού. Το Κοράνιο καθιστά σαφές ότι το κριτήριο αξιολόγησης του ανθρώπου είναι η πίστη και οι πράξεις του και όχι το φύλο του. Στο πλαίσιο της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, η μουσουλμάνα γυναίκα συμμετέχει ενεργά στην εκπαίδευση, την επαγγελματική ζωή και την κοινωνική προσφορά, διατηρώντας παράλληλα τη θρησκευτική και πολιτισμική της ταυτότητα. Το Ισλάμ κατοχυρώνει θεμελιώδη δικαιώματα για τη γυναίκα, όπως το δικαίωμα στην εκπαίδευση, στην ιδιοκτησία, στην κληρονομιά και στην ελεύθερη συναίνεση στον γάμο.
Ανδρες και γυναίκες έχουν ίση ανθρώπινη αξία και κοινή ευθύνη για την οικοδόμηση μιας δίκαιης και ηθικής κοινωνίας. Παράλληλα, αναγνωρίζεται η συμπληρωματικότητα των ρόλων στο πλαίσιο της οικογένειας, με βάση τον αμοιβαίο σεβασμό, τη συνεργασία και την αλληλοστήριξη. Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται στη Θράκη, όπου ζει η μουσουλμανική μειονότητα, η μοναδική αναγνωρισμένη μειονότητα της Ελλάδας η οποία μάλιστα έχει θρησκευτικό χαρακτήρα. Εδώ, η θέση της μουσουλμάνας γυναίκας διαμορφώνεται μέσα από τη συνύπαρξη της θρησκευτικής παράδοσης και του σύγχρονου ελληνικού και ευρωπαϊκού νομικού πλαισίου. Οι γυναίκες της μειονότητας έχουν πλήρη δικαιώματα ως ελληνίδες πολίτες, με πρόσβαση στην εκπαίδευση, την εργασία και τη δημόσια ζωή. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αυξημένη συμμετοχή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, στην επιχειρηματικότητα και στους θεσμούς της τοπικής αυτοδιοίκησης, γεγονός που ενισχύει περαιτέρω τον ρόλο τους ως ισότιμων και ενεργών μελών της κοινωνίας της Θράκης.
O Ιμάμ Σουχέιπ είναι ο προς Υψιστον Ευχετής Τοποτηρητής Μουφτής Ξάνθης
«Διαφορά δεν σημαίνει κατωτερότητα» του Γκαμπριέλ Νεγρίν
Στην Παράδοση των Ισραηλιτών, η θέση της γυναίκας θεμελιώνεται από τη Βιβλική διήγηση. Από τα εναρκτήρια ακόμα κεφάλαιά της, η Πεντάτευχος (Τωρά), διακηρύττει: «Καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν, ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς». Ως εκ τούτου, η γυναίκα δεν παρουσιάζεται ως σκιά, αλλά ως βοηθός απέναντί του και ως µια ισότιµη παρουσία ενώπιον του Θεού, καθώς είναι γραµµένο: «Καὶ εἶπε Κύριος ὁ Θεός· οὐ καλὸν εἶναι τὸν ἄνθρωπον µόνον· ποιήσωµεν αὐτῷ βοηθὸν κατ᾿ αὐτόν».
Η Ραββινική παράδοση τιμά τη γυναίκα ως «ακρογωνιαίο λίθο του οίκου», όπως επιβεβαιώνεται και στο βιβλίο των Παροιμιών «Γυναῖκα ἀνδρείαν τίς εὑρήσει; τιµιωτέρα δέ ἐστι λίθων πολυτελῶν ἡ τοιαύτη». Ετσι, η γυναίκα υμνείται από την ιουδαϊκή διδασκαλία, διατηρώντας παράλληλα διακριτό τον ρόλο της. Δεν απαιτείται από αυτή να ομοιάζει με τον άνδρα, αλλά να εκπληρώνει τα δικά της καθήκοντα και τις δικές της ξεχωριστές υποχρεώσεις. Οι Εβραϊκοί Ιεροί Κανόνες (Αλαχά), κατοχυρώνουν την αξιοπρέπεια και την προστασία της σε όλους τους τομείς του θρησκευτικού βίου, με τη γυναίκα να κληρονομεί τον πρωταγωνιστικό της ρόλο από τις μητριαρχικά δομημένες οικογένειες της Σάρα, της Ρεβέκκας, της Λέα και της Ραχήλ.
Εντούτοις, η ισραηλιτική πίστη δεν εξαντλείται σε ρόλους, αλλά ριζώνει στην ιερότητα του προσώπου. Η γυναίκα, ως ισότιμος φορέας της «θείας εικόνας», δεν τιμάται μόνο για όσα πράττει, αλλά και για ό,τι είναι. Η Παράδοση, δεν αρνείται τις διαφορές, τις αναγνωρίζει ως μέρος της σοφίας της Δημιουργίας. Ομως, διαφορά δεν σημαίνει κατωτερότητα, ούτε η διάκριση συνεπάγεται αδικία. Οπου αναφύονται ανισότητες, αυτές δεν θεραπεύονται με αποκοπή από τη ρίζα, αλλά με βαθύτερη προσήλωση στον Nόμο και στο πνεύμα του. Η εβραϊκή σκέψη καλεί τον άνδρα να τιμά τη σύζυγό του «ὑπὲρ ἑαυτόν». Τοιουτοτρόπως, η ισότητα ενώπιον του Θεού συνυπάρχει με τη συμπληρωματικότητα στην πράξη, και η δικαιοσύνη οικοδομείται μέσα από σεβασμό και ευθύνη.
Ο Γκαμπριέλ Νεγρίν είναι Ραββίνος Αθηνών
«Μισθολογικές διαφορές και προκαταλήψεις» της Αιδεσιμότατη Διάκονος Κριστίν Σακαλή
Το 2026 είναι μια ιστορική χρονιά για την Αγγλικανική Κοινωνία, με την εκλογή της πρώτης γυναίκας Αρχιεπισκόπου του Κάντερμπερι, Λαίδης Σάρα Μάλαλι. Κατά τη διάρκεια της Γενικής Συνόδου του Φεβρουαρίου, έτυχε θερμής υποδοχής από τα περισσότερα μέλη ως μια ισχυρή ηγέτιδα που είχε ήδη μεγάλη επιτυχία στον προηγούμενο τομέα εργασίας της, τον κλάδο της υγείας. Υπάρχουν πλέον 30 γυναίκες Επίσκοποι, και 23 Βοηθοί, έξι από τις οποίες έχουν έδρα στη Βουλή των Λόρδων.
Παρά την πρόσφατη πρόοδο, οι γυναίκες εξακολουθούν να αποτελούν μειονότητα και εξακολουθούν να υπάρχουν τομείς συγκρούσεων και διαμάχης σε όλα τα επίπεδα εντός και εκτός της Εκκλησίας, σε παγκόσμιο και κοινωνικό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένων των μισθολογικών διαφορών και των προκαταλήψεων. Εδώ στην Ελλάδα, είμαστε μέρος της τεράστιας, ετερόκλητης Επισκοπής της Ευρώπης, η οποία επιδιώκει να προσελκύσει περισσότερες γυναίκες κληρικούς.
Οι γυναίκες συνεχίζουν να αναλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος της φροντίδας των παιδιών και των οικιακών εργασιών. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID, συχνά αναλάμβαναν και την εκπαίδευση των παιδιών στο σπίτι. Υπάρχει ακόμη δρόμος όσον αφορά την εκπαίδευση και την ενημέρωση του ευρύτερου κοινού και την ευαισθητοποίηση σχετικά με το χάσμα μεταξύ των φύλων σε όλους τους τομείς και σε όλον τον κόσμο.
Η Αγγλικανική Εκκλησία συνεχίζει να ενθαρρύνει τον ρόλο των γυναικών εντός της Εκκλησίας, αλλά και εκτός αυτής, στην κοινωνία, και να υποστηρίζει την ισότητα των δικαιωμάτων και των αμοιβών στην εργασία, ευαισθητοποιώντας μέσω της εκπαίδευσης, της Ενωσης Μητέρων και των οικογενειακών αξιών.
Επισημαίνουμε επίσης το γεγονός ότι οι γυναίκες μπορεί να μην ήταν μεταξύ των Δώδεκα Αποστόλων, αλλά ήταν παρούσες στη Σταύρωση και οι πρώτες που ανακοίνωσαν την Ανάσταση και ίδρυσαν πολλές από τις πρώτες Εκκλησίες.
Η Αιδεσιμότατη Διάκονος Κριστίν Σακαλή είναι Βοηθός Εφημέριος Αγίου Παύλου Αθηνών






