Οι βομβαρδισμοί των ΗΠΑ στο Ιράν σηματοδοτούν το οριστικό πέρασμα του Ντόναλντ Τραμπ στο στρατόπεδο που κάποτε ο ίδιος κατηγορούσε ως προδότες του αμερικανικού λαού, αυτό των υποστηρικτών των διεθνών επεμβάσεων και της βίαιης αλλαγής κυβερνήσεων και καθεστώτων (regime change). Η επέμβαση στο Ιράν δεν φαίνεται, προς το παρόν, να παίρνει τη μορφή εισβολής, όμως η ρητορική του Τραμπ, που κάλεσε τους Ιρανούς να ανατρέψουν την κυβέρνησή τους και να «φέρουν τη δημοκρατία» στη χώρα τους, δεν διαφέρει στην ουσία της από την κυρίαρχη λογική των ελίτ που μέχρι πρότινος ο Τραμπ στηλίτευε.
Παρά τις κάποιες ιδεολογικές διαφορές τους, τόσο οι φιλελεύθεροι παρεμβατιστές των Δημοκρατικών όσο και οι νεοσυντηρητικοί των Ρεπουμπλικανών μοιράζονταν την κοινή παραδοχή ότι οι ΗΠΑ οφείλουν να προωθούν τη δημοκρατία παγκοσμίως, ακόμα και με τη δύναμη των όπλων. Με το κάλεσμά του στους Ιρανούς, ο Τραμπ έχει προκαλέσει μεγάλη αναταραχή στους κόλπους του κινήματός του, για το οποίο η απόρριψη των πολέμων και η πίστη στον «ειρηνοποιό» Τραμπ ήταν βασικό κομμάτι της ιδεολογίας του.
Μεγάλο μέρος της τραμπικής βάσης εκφράζει βαθιές αντιρρήσεις, με σημαντικότερη μορφή την πρώην βουλευτή Μάρτζορι Τέιλορ Γκριν, η οποία αναδεικνύεται ως βασική αντίπαλος του Τραμπ (από πρώην υποστηρίκτριά του) κατηγορώντας τον ότι αμέλησε τις υποσχέσεις του για διαφάνεια στην υπόθεση Eπστιν και τώρα για αποφυγή των πολέμων. Η Τέιλορ Γκριν εκφράζει πλέον έναν «τραμπισμό χωρίς τον Τραμπ», ένα δείγμα ωριμότητας του λαϊκιστικού κινήματος αν μπορέσει να ανεξαρτητοποιηθεί από τον ηγέτη του.
Παρ’ όλες τις ομοιότητες με τη νεοσυντηρητική ρητορεία του παρελθόντος, δεν πρέπει να αγνοούμε τις βασικές διαφορές των ενεργειών του Τραμπ με το τότε. Αν ο Τραμπ υιοθετεί πλέον τη ρητορική περί αλλαγής καθεστώτων, δεν δείχνει καμιά διάθεση να επενδύσει τα ιλιγγιώδη ποσά και τις θυσίες που απαιτούσαν οι εκστρατείες στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ.
Οπως και στη Βενεζουέλα, ο Τραμπ στο Ιράν αντιστρέφει τη λογική των νεοσυντηρητικών του Μπους. Αντί να κάνει έναν επεκτατικό πόλεμο που καταλήγει στην ήττα (και πιθανόν φυσική εξόντωση) του αντιπάλου, πηγαίνει κατευθείαν στο στάδιο της εξόντωσης του ηγέτη του εχθρού, ελπίζοντας αυτό να αποτελέσει τον καταλύτη εσωτερικών εξελίξεων χωρίς άμεση αμερικανική παρουσία. Πρόκειται για ένα κακέκτυπο νεοσυντηρητισμού που ταιριάζει στην προσωπικότητα του αμερικανού προέδρου, όλο ρητορική και υποσχέσεις αλλά χωρίς σοβαρό σχεδιασμό.
Τόσο στη Βενεζουέλα όσο και στο Ιράν, ο Τραμπ περισσότερο αναδεικνύει παρά συγκαλύπτει την αδυναμία των ΗΠΑ σε σχέση με το παρελθόν. Φυσικά ενέργειες όπως η απαγωγή του Μαδούρο και ο θάνατος του Χαμενεΐ έχουν σημαντικές γεωπολιτικές επιπτώσεις και οι ΗΠΑ παραμένουν η μόνη δύναμη που μπορεί να κάνει τέτοιες επιχειρήσεις.
Σε αντίθεση με τα χρόνια Κλίντον και Μπους όμως, παραδέχονται ότι δεν μπορούν να ελέγξουν πλήρως τις καταστάσεις, επενδύοντας στην αστάθεια και την αβεβαιότητα που οι ίδιες προκαλούν με τις ενέργειες και την ανερμάτιστη ρητορεία τους. Οι ΗΠΑ έχουν εισέλθει στην πιο επικίνδυνη φάση μιας αυτοκρατορίας, αυτήν της υποχώρησης που αφήνει πίσω της μόνιμη αστάθεια και τη σπορά μελλοντικών συγκρούσεων. Σε πολλά οι μέρες μάς θυμίζουν το τέλος της Βρετανικής αυτοκρατορίας στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, κληροδότημα της οποίας είναι εν πολλοίς οι γεωπολιτικές κρίσεις που ακόμα αντιμετωπίζουμε, από την Παλαιστίνη στο Ιράν και από τα σύνορα Αφγανιστάν/Πακιστάν στο Κασμίρ. Οι συνέπειες θα ξεπεράσουν κατά πολύ την παρουσία του Τραμπ στον Λευκό Οίκο.
Ο Aγγελος Χρυσόγελος είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο London Metropolitan University.
Live οι εξελίξεις:






