Από τη μια, κάποιοι είχαν ευθύς εξ αρχής υποστηρίξει ότι οι υποκλοπές εις βάρος του Νίκου Ανδρουλάκη και –όπως προέκυψε μετά– σε βάρος υπουργών, στρατηγών, δημοσιογράφων ήσαν μείζον θέμα, σοβαρό πλήγμα στη λειτουργία της δημοκρατίας. Από την άλλη, υπήρχαν οι ψύχραιμοι κυνικοί που έλεγαν «έλα μωρέ, παντού συμβαίνουν αυτά· όλοι παρακολουθούν όλους» και κυβερνητικά στελέχη που αυτάρεσκα δήλωναν ότι «αυτά δεν ενδιαφέρουν τον λαό, απόδειξη ότι μάς ψηφίζει».

Δουλειά του δήμου είναι, πράγματι, να ψηφίζει ποιοι θα μας κυβερνήσουν· γιατί ζούμε σε δημοκρατία και υποτίθεται ότι το πολιτικό σύστημα, κόμματα και πρόσωπα, έχει αποδεχθεί την ειρηνική εναλλαγή στην εξουσία, τη μη χρήση βίας. Η παρακολούθηση όμως είναι άσκηση βίας: όλα τα ανελεύθερα καθεστώτα σε μηχανισμούς παρακολούθησης στηρίζονται. Αξιοποιούν τις πληροφορίες που συγκεντρώνουν παράνομα για να επιβάλουν τη θέλησή τους στους αντιπάλους.

Δουλειά της δικαιοσύνης δεν είναι μόνο η ακριβοδίκαιη διευθέτηση διαφορών μεταξύ ιδιωτών και η επιβολή ποινών στους αδικοπραγούντες: θεμελιώδης θεσμική λειτουργία της στο πλαίσιο των κρατικών δομών εξουσίας είναι ο εξαναγκασμός των κυβερνώντων να εφαρμόζουν το σύνταγμα και τους νόμους – όπως έκανε το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ εναντίον της κυβέρνησης Τραμπ προ ημερών, όπως είχε κάνει το Συμβούλιο της Επικρατείας κατά της κυβερνήσεως Τσίπρα για το θέμα των αδειών των τηλεοπτικών σταθμών.

Για τις υποκλοπές, η επιβολή του θεμελιώδους κανόνα της δημοκρατικής διακυβέρνησης, της μη άσκησης βίας, λόγω προφανούς υποτίμησης της σημασίας του από τη δικαστική ιεραρχία, παραπέμφθηκε στο κατώτατο δυνατό δικαστήριο: το μονομελές Πλημμελειοδικείο. Εκεί, ευτυχώς, εισαγγελέας και δικαστής αποφάνθηκαν ότι οι υποκλοπές συνιστούν μείζονα παραβατική πράξη – και ενώ ανώτερες δικαστικές βαθμίδες είχαν ουσιαστικά αθωώσει τους ιδιώτες ενόχους, το δικαστήριο επέβαλε ποινές φυλάκισης 126 ετών!

Αποδείχθηκε ότι «υπάρχουν δικαστές στην Αθήνα» – αλλά αυτό μάλλον συνέβη «κατά συμβεβηκός», επειδή βρέθηκαν οι συγκεκριμένοι δικαστικοί λειτουργοί (εισαγγελέας Δημήτρης Παυλίδης, πρόεδρος Νίκος Ασκιανάκης) στις συγκεκριμένες θέσεις. Δεν φαίνεται να είναι ουσιώδες χαρακτηριστικό της ελληνικής δικαιοσύνης: αρκεί να θυμηθούμε την εισαγγελέα που εγγυόταν, υποτίθεται, το σύννομο των παρακολουθήσεων και ενέκρινε «μετά από έλεγχο» δεκάδες ημερησίως!

Δυστυχώς υπάρχει πολιτική εξάρτηση όσων φιλοδοξούν να γίνουν επικεφαλής της δικαστικής ιεραρχίας ή να διοριστούν σε σημαντικές θέσεις του δημόσιου τομέα μετά την αφυπηρέτησή τους. Και τα δύο εξαρτώνται από την εκάστοτε κυβέρνηση. Οι μεν διορισμοί συνταξιούχων δικαστικών πρέπει να απαγορευθούν, η δε επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης πρέπει να γίνεται από όργανο μη κατά πλειοψηφίαν πολιτικό, ώστε να καταστεί πραγματικά ανεξάρτητη η δικαστική από την πολιτική εξουσία.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.