Παρακολούθησα τον πρώτο ημιτελικό του διαγωνισμού για το τραγούδι που θα επιλεγεί για τη Γιουροβίζιον. Ξέρω περίπου τα κριτήρια που έχει αυτό το πανηγύρι, τον συνδυασμό σόου και μιας εύπεπτης μουσικής, καθώς και την αξία που έχει η διάκριση. Σωστά στην ΕΡΤ παίζουν το παιχνίδι με τους κανόνες του.
Καταλαβαίνω και το σόου: ένα σόου παραπάνω είναι καλύτερο από ένα σόου λιγότερο, αφού λοιπόν η κρατική τηλεόραση μπορεί να έχει ένα σόου παραπάνω, καλά κάνει και το έχει. Εύλογα πράγματα.
Ολα, μα όλα τα τραγούδια είναι φτιαγμένα από κλισέ. Δεν εκπλήσσομαι. Με εκπλήσσει όμως ότι τα ονόματα και τα τραγούδια όλων των υποψηφίων η ελληνική κρατική τηλεόραση τα γράφει με λατινικά, λες και δεν είναι διαγωνισμός στην Ελλάδα, από Ελληνες σε μεγάλο βαθμό, για Ελληνες. Σύμφωνοι, διαβάζουμε πια σχεδόν όλοι λατινικούς χαρακτήρες, αλλά μιλάμε όλοι ελληνικά – και μπορεί η ελληνική να κακοποιείται συστηματικά στα ΜΜΕ, συνεχίζουμε όμως να γράφουμε στο ελληνικό αλφάβητο. Πόσο σημαντικά είναι τα ελληνικά, άλλωστε, μας τα είπαν προχτές και ο Πρωθυπουργός και (με υπερβολές) ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Απ’ τα τραγούδια, με εντυπωσίασαν περισσότερο δύο, θα τα θυμάμαι κι αύριο. Η «Παρέα» της Ευαγγελίας: είναι πολλά σε ένα – τραπ, ελληνάδικο, μπαλαλάικα, μπαλάντα, ο καλός ο μύλος όλα τ’ αλέθει. Και το τραγούδι «Φέρ’ το» (δύο λέξεις, όχι μία) του Ακύλα: ένα κανονικό τραπ χωρίς βρισίδια για την αξία «της κονόμας» (όπως θα το λέγαμε στα ελληναράδικα), που κάποια στιγμή για να μην το παρακάνει ηθικολογεί ψεύτικα – κάποια στιγμή ο τραγουδιστής εξομολογείται ότι κυνηγάει το χρήμα επειδή η μάνα του έζησε στερημένα (αν δεν είχε αυτή την ψευτιά, είναι το πιο ειλικρινές τραγούδι, επειδή ο τύπος που το λέει δεν υποδύεται κάποιον άλλο).
Ο διαγωνισμός της Εurovision είναι τηλεοπτικό προϊόν ευρείας λαϊκής απήχησης και πολύ καλά κάνει η κρατική τηλεόραση και του δίνει χώρο, ανάμεσα στα προγράμματά της. Εύγε και για τη θεαματικότητα. Και μετά;
Μετά, η κρατική τηλεόραση ευνοεί έναν πηχτό χυλό, πρόχειρο και εμβαλωματικό, ξεκομμένο από τους πραγματικούς πνευματικούς ανθρώπους. Κι αφού η Γιουροβίζιον είναι η επιτομή του ψυχαγωγικού προγράμματος της κρατικής τηλεόρασης, συστηματικά απουσιάζουν το βιβλίο, οι τέχνες, οι επιστήμες, οι ιδέες – ίσως πού και πού να εμφανίζονται ως τσόντα. Λείπουν εκπομπές αξιόπιστες και δυναμικές, ανθρώπων με γνώση και παρεμβατικότητα, και ολοκληρωμένες παραγωγές. Απουσιάζει, επίσης, οτιδήποτε σχετικό με την ιστορία – μετά τον Γιάννη Μπακογιαννόπουλο δεν έχουν καταφέρει να κρατήσουν έστω μια εκπομπή ιστορίας του κινηματογράφου, με επιλεγμένες ταινίες που δεν κοστίζουν σχεδόν τίποτα.
Μαζί με την αδιαφορία για τη γλώσσα, που κακοποιείται καθημερινά, δοξάζονται η προφάνεια, οι ιδεολογικές μονομέρειες διαφόρων κι ό,τι γυαλίζει. Οι τέχνες παρουσιάζονται ως ρουσφέτια και ως παραγέμισμα. Κατά τα άλλα, τα κρατικά προσπαθούν να μοιάζουν στα ιδιωτικά κανάλια και επιδεικνύουν αδιαφορία για κάθε ίχνος πνευματικότητας. Αν πεις κάτι, σου λένε: δεν πουλάει.
Αν όμως η ΕΡΤ έχει να επιδείξει κάτι από το παρελθόν της με διάρκεια και αξία, είναι εκπομπές που και τότε δεν πουλούσαν. Το «Παρασκήνιο», π.χ., το «Θέατρο της Δευτέρας», το «Αναζητώντας τη χαμένη εικόνα».
Πού καταγράφεται η πνευματικότητα της εποχής μας; Πουθενά. Αυτό όμως δεν είναι το νόημα της κρατικής ραδιοτηλεόρασης, να στέκεται λίγο πιο ψηλά από τον μέσο όρο της ιδιωτικής; Πού είναι η «πολιτιστική ανάπτυξη» την οποία ορίζει το Σύνταγμα στο άρθρο 15; Στο μονοπώλιο της Γιουροβίζιον;
Αξιοθέατο της πολιτικής
Η αποχώρηση από το κόμμα της Ζωής Κωνσταντοπούλου μιας βουλεύτριας κατανοώ ότι ζορίζει πολύ την πρόεδρο. Αν γίνει καμιά στραβή και χάσει μία ή έναν ακόμα μένει χωρίς κοινοβουλευτική ομάδα και δεν θα έχει το προνόμιο του λόγου που έχει σήμερα, το προνόμιο δηλαδή στην τοξικότητα. Χθες, ας πούμε, αποκάλεσε «ελεεινό υποκείμενο» υπουργό. Τέτοιο στόμα ούτε ο Κασιδιάρης.
Δεν ξέρω αν υπήρξε ιδεολογικό ρήγμα με τη βουλεύτριά της ή αν εκείνη σηκώθηκε κι έφυγε απλώς επειδή δεν την άντεχε. Δεν έχει άλλωστε και σημασία. Η ουσία είναι ότι η Ζωή Κωνσταντοπούλου χρησιμοποιεί τα μέλη της κοινοβουλευτικής της ομάδας ως χειροκροτητές και ουδείς γνωρίζει αν στο κόμμα της υπάρχουν όργανα, πώς λειτουργούν, αν εκλέγονται. Το κόμμα λειτουργεί «με ανοιχτές, αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες» ενεργοποιώντας το Διαδίκτυο ως οργανικό εργαλείο επικοινωνίας. Αλλά από κει και πέρα μόνο παρεμπιπτόντως ακούμε κάποια ονόματα στελεχών, είτε σε κάποιον μηχανισμό είτε στα μαζικά κινήματα τον ρόλο των οποίων επικαλείται. Στην ουσία είναι δηλαδή ένα προσωποπαγές κατάστημα και υπάρχει μόνο λόγω των συγκρούσεών της που ιντριγκάρουν τα ΜΜΕ. Ετσι παριστάνει τον κήνσορα της δημοκρατικής συνείδησης των πολιτικών αντιπάλων της στη Βουλή. Πλασάρεται ως το ηθικό μέτρο της πολιτικής. Αλλά κατά βάθος ξέρει ότι, απλώς, είναι το αξιοθέατό της.
- «Είχαμε να τη δούμε από το 2010» – Το σπάνιο «ζώο – φαντάσμα» που γύρισε από την εξαφάνιση
- ΠΑΣΟΚ: Θέσαμε άμεσα σε αναστολή την κομματική ιδιότητα του Γ. Παναγόπουλου, έως ότου διαλευκανθεί η υπόθεση
- Καλλιθέα: Ηλικιωμένος άνδρας παρενόχλησε τυφλή γυναίκα μέσα στον δρόμο – Προσποιήθηκε ότι θέλει να τη βοηθήσει







