Ο Ντέιβιντ Μπόουι δεν υπήρξε ποτέ ένας καλλιτέχνης που επαναπαυόταν. Από τον Thin White Duke στον Ziggy Stardust, από την απομόνωση του Βερολίνου μέχρι τη μελαγχολική διαύγεια των τελευταίων του έργων, η καλλιτεχνική του πορεία ορίζεται από διαρκείς μεταμορφώσεις. Κάθε νέα φάση δεν προέκυπτε τυχαία, αλλά από μια βαθιά ευαισθησία στις συνθήκες που θα μπορούσαν να προκαλέσουν το επόμενο δημιουργικό ρήγμα.

Κι όμως, ένα καθοριστικό επεισόδιο αυτής της διαδρομής έχει σχεδόν χαθεί από τη συλλογική μνήμη: μια μέρα που πέρασε σε ψυχιατρική κλινική στα περίχωρα της Βιέννης. Μια εμπειρία σιωπηλή, χωρίς σκηνικά υπερβολής, που όμως άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στον ίδιο και στη μουσική που θα ακολουθούσε.

Τον Σεπτέμβριο του 1994, ο Μπόουι και ο Μπράιαν Ινο (οι δύο δημιουργοί που είχαν ήδη γράψει ιστορία με τη «βερολινέζικη τριλογία») επανενώθηκαν για να αναζητήσουν νέες μουσικές κατευθύνσεις. Την ίδια περίοδο αποδέχθηκαν πρόσκληση του αυστριακού καλλιτέχνη Αντρέ Χέλερ να επισκεφθούν την ψυχιατρική κλινική Maria Gugging, έναν χώρο μοναδικό στην Ευρώπη.

Εκεί βρίσκεται το Haus der Künstler, ένα κοινόβιο και ταυτόχρονα εργαστήριο τέχνης, όπου από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 ζουν και δημιουργούν άνθρωποι με σοβαρές ψυχιατρικές διαγνώσεις. Τα έργα τους εντάσσονται σε αυτό που ονομάστηκε Art Brut ή «outsider art» – ένας όρος που συχνά αμφισβητείται, καθώς ορίζει τους δημιουργούς μέσα από την απόκλιση και όχι μέσα από την καλλιτεχνική τους ταυτότητα.

Η επίσκεψη καταγράφηκε από την αυστριακή φωτογράφο Κριστίν ντε Γκράνσι η οποία αποτύπωσε τον Μπόουι σε στιγμές απροσποίητης προσοχής: να κάθεται χαμηλά, να ακούει, να παρατηρεί, να σχεδιάζει. Δεν ποζάρει. Δεν επιτελεί τον μύθο του. Είναι απλώς παρών.

Η έκθεση

Αυτό που διακρίνει κανείς σε αυτές τις εικόνες, οι οποίες θα εκτίθενται από τις 7 έως τις 22 Μαρτίου στην Joondalup Contemporary Art Gallery, έξω από το Περθ της Αυστραλίας, είναι ο θαυμασμός. Οχι ο ρομαντικός, αλλά ο βαθύς, σχεδόν ταπεινός θαυμασμός ενός καλλιτέχνη που αναγνωρίζει κάτι αυθεντικό μπροστά του. Οι δημιουργοί του Gugging δεν ζωγραφίζουν για να εξηγήσουν, να πείσουν ή να επικοινωνήσουν με τον θεατή. Δημιουργούν χωρίς φίλτρα, χωρίς την αγωνία της αποδοχής, χωρίς την επίγνωση της αγοράς.

Αυτό ακριβώς ήταν που συγκλόνισε τον Μπόουι. Οπως είχε πει αργότερα, αυτοί οι καλλιτέχνες ζωγράφιζαν χωρίς καμία αίσθηση αυτολογοκρισίας. Δεν υπήρχε «σωστό» ή «λάθος». Μόνο αυτό που ένιωθαν τη δεδομένη στιγμή. Για έναν δημιουργό που είχε περάσει δεκαετίες παίζοντας με τα όρια της ταυτότητας, της αφήγησης και της αποδόμησης, αυτή η ακραία ειλικρίνεια λειτούργησε σαν καθρέφτης.

Η τέχνη εκεί δεν ήταν θεραπευτικό εργαλείο με την κλασική έννοια. Ηταν τρόπος ύπαρξης. Οι τοίχοι, τα δωμάτια, ακόμη και οι εξωτερικοί χώροι ήταν καλυμμένοι με σχέδια, σύμβολα, γραφές, χρώματα. Ο χώρος δεν φιλοξενούσε απλώς την τέχνη – είχε μετατραπεί σε τέχνη.

Ανάμεσα στους καλλιτέχνες που γνώρισε, ξεχώρισε ο Αουγκούστ Βάλα. Το έργο του ήταν πυκνό, εμμονικό, γεμάτο σύμβολα, φανταστικές γλώσσες και επαναλήψεις. Η δημιουργία του δεν περιοριζόταν στο χαρτί, αλλά απλωνόταν στους τοίχους, στα έπιπλα, στην ίδια την αρχιτεκτονική του χώρου.

Στον αντίποδα, ο Οζβαλντ Τσίρτνερ δούλευε με απόλυτη λιτότητα. Τα σχέδιά του, σχεδόν ασκητικά, μετέτρεπαν την ανθρώπινη φιγούρα σε μια σειρά από γραμμές. Δύο εντελώς διαφορετικοί κόσμοι, ενωμένοι όμως από την ίδια αδιαπραγμάτευτη ανάγκη έκφρασης.

Το άλμπουμ

Η εμπειρία εκείνης της μέρας δεν μεταφράστηκε άμεσα σε στίχους ή μελωδίες. Λειτούργησε πιο υπόγεια. Λίγους μήνες αργότερα, ο Μπόουι κυκλοφόρησε το «1. Outside», έναν από τους πιο σκοτεινούς και δύσκολους δίσκους του. Ενα έργο γεμάτο θραυσματικές αφηγήσεις, ηθική ασάφεια, βία, ταυτότητες σε αποσύνθεση.

Το άλμπουμ δεν «μιλά» για το Gugging. Ομως η φιλοσοφία του – η αποδοχή της ασυνέχειας, η άρνηση της καθαρής αφήγησης, η συνύπαρξη του ωμού και του ποιητικού – φέρει καθαρά το αποτύπωμα εκείνης της εμπειρίας.

Για τον Μπόουι, η επίσκεψη στην κλινική δεν ήταν μια εκκεντρική παρένθεση. Ηταν μια υπενθύμιση ότι η τέχνη δεν γεννιέται πάντα από έλεγχο, δομή ή συνειδητό σχεδιασμό. Μερικές φορές αναδύεται από το χάος, από την εσωτερική αναγκαιότητα, από μια σχέση με τον κόσμο που δεν περνά από τη λογική.

Σε έναν καλλιτέχνη που πέρασε τη ζωή του εφευρίσκοντας περσόνες, εκείνη η μέρα πρόσφερε κάτι σπάνιο: μια ματιά στην τέχνη χωρίς προσωπείο.

Και ίσως γι’ αυτό υπήρξε τόσο καθοριστική.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.