Η πρόσφατη αναζωπύρωση της συζήτησης γύρω από τις αμβλώσεις, έστω και μέσα από μια υποτίθεται ομόθυμη αναγνώριση του δικαιώματος των γυναικών να αποφασίζουν για το σώμα τους, έδειξε ότι εξακολουθούν να υπάρχουν στην κοινωνία ιδεολογικά αντανακλαστικά που αμφισβητούν αυτό το δικαίωμα και υπογράμμισε ότι τα έμφυλα σώματα κάθε άλλο παρά έχουν πάψει να είναι πεδίο μάχης ανάμεσα σε ανταγωνιστικές κατευθύνσεις είτε χειραφέτησης είτε κανονικοποίησης. Παντού γύρω μας βλέπουμε ότι δεν έχουν όλα τα σώματα τα ίδια δικαιώματα, στον χώρο, στην κίνηση, στην ταυτότητα, στη ζωή. Από την αναπαραγωγή της «λευκότητας» ως προτύπου και τον ρατσισμό σε όλες τις μορφές του μέχρι τη γενοκτονική βία, δεν είναι λίγα τα σώματα που κρίνονται ως μη άξια να ζουν όπως τα υπόλοιπα, σε ορισμένες περιπτώσεις ως να μην είναι άξια να ζουν γενικά. Πίσω από την αναγνώριση δικαιωμάτων ή την αλλαγή της επίσημης ρητορικής βλέπει κανείς την αναπαραγωγή στερεοτύπων περί του τι είναι ένα υγιές σώμα και τι όχι, συμπεριλαμβανόμενης της αυξανόμενης επένδυσης στη γενετική μηχανική ως ευκαιρία ώστε τα σώματα να παράγονται όσο πιο υγιή γίνεται εξαρχής, την ώρα που η αυξανόμενη ανισότητα στην πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας που μια παγκόσμια τάση ιδιωτικοποίησης έχει επιτείνει, απλώς προσδίδει μια βιοπολιτική διάσταση στα διάφορα αδιάβατα από ένα σημείο και μετά ταξικά κατώφλια.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την ώρα που η ευγονική και ο ανοιχτά φυλετικός ρατσισμός αποκηρύσσονται ως κατάλοιπα ενός παρελθόντος που υποτίθεται ότι αφήσαμε οριστικά πίσω μας, στην πράξη όχι μόνο επιβιώνουν, αλλά και διαπλέκονται με τον τρόπο που διαμορφώθηκαν στερεότυπα για τα φύλα και τις έμφυλες ταυτότητες που ακόμη και σήμερα καθορίζουν στάσεις και πολιτικές. Αυτό καθιστά ιδιαίτερα καίριο το βιβλίο της επίκουρης καθηγήτριας στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου Δήμητρας Τζανάκη «Καταργώντας το φύλο και την ευγονική. Ο ελέφαντας είναι ανάμεσά μας», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες. Βασική θέση της Τζανάκη είναι ότι η ανάδυση της ευγονικής στον 19ο και τον 20ό αιώνα και μαζί της ένα ολόκληρο πλέγμα ρατσιστικών κανονικοποιήσεων των σωμάτων ήταν αλληλένδετη και με τον τρόπο που κατασκευάστηκε μια ορισμένη αντίληψη του φύλου αλλά και της σεξουαλικότητας, καθώς η διαμόρφωση μιας «λευκής» επιστήμης του σώματος, της φυλής και του φύλου συμπίπτει με την εμπέδωση του καπιταλισμού αλλά και την αποικιοκρατία, και το πώς αναδύεται ένα «ευγονικό, πατριαρχικό, αποικιακό, ιμπεριαλιστικό, επιστημονικό αφήγημα».
Η αντίληψη του υγιούς σώματος
Μέσα από μια συστηματική ανάγνωση της ιστορίας της ευγονικής, στις παράλληλες και τεμνόμενες διαδρομές της με την ιστορία της σεξολογίας, της ψυχολογίας και της φυσικής ανθρωπολογίας, η Τζανάκη δείχνει πώς παράγεται μια αντίληψη του υγιούς σώματος, που είναι κατά προτίμηση λευκό, ετεροκανονιστικό ως προς τις σεξουαλικές ταυτότητες, κατά προτίμηση αρρενωπό – και σίγουρα όχι «εκθηλυσμένο» –, άρα έτοιμο προς εκμετάλλευση και αναπαραγωγή των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων. Οποιο σώμα δεν εντάσσεται σε αυτό το πρότυπο αντιμετωπίστηκε σε εκφυλισμένο, αδύναμο, κατώτερο και σε ορισμένες περιπτώσεις ανάξιο να ζήσει. Οπως ακριβώς η αποικιοκρατία είναι αλληλένδετη με τον καπιταλισμό, τον ρατσισμό και την αναπαραγωγή πατριαρχικών δομών, έτσι και η «επιστημονική» νομιμοποίησή τους τέμνει την ανθρωπολογία, την κοινωνική υγιεινή, την ψυχολογία, ακόμη και παραλλαγές της ψυχανάλυσης.
Η Τζανάκη υπενθυμίζει την ιστορία της κοινωνικής υγιεινής τόσο διεθνώς όσο και στη χώρα μας, υπογραμμίζοντας ότι το επίδικο δεν ήταν ποτέ απλώς η σωματική υγεία, αλλά και μια ορισμένη έννοια της «ηθικής υγείας», υπογραμμίζοντας πως οι πρακτικές των υποτελών τάξεων αντιμετωπίστηκαν με καχυποψία και συχνά συνδυάστηκαν με την ανηθικότητα, την ώρα που σεξουαλικές και ευρύτερα κοινωνικές πρακτικές που δεν ταυτίζονταν με την πυρηνική οικογένεια και την πλήρη αποδοχή της εργασιακής πειθαρχίας αντιμετωπίστηκαν ως μορφές εκφυλισμού, στοχοποιώντας όσες, όσους και όσα θεωρούνται διανοητικά και ηθικά «ελαττωματικά». Η ευγονική δεν αναδεικνύεται ως μια συγκυριακή παρέκβαση από τους κανόνες της ορθής επιστημονικότητας, παρέκβαση που αφορά το παρελθόν της σύγχρονης επιστήμης, αλλά πολύ περισσότερο ένα νήμα που εξακολουθεί να αναπαράγεται στον τρόπο που και σήμερα επιχειρείται η κανονικοποίηση των σωμάτων και των έμφυλων ταυτοτήτων, έστω και με μια περισσότερο συμπεριληπτική επίφαση.
Η Τζανάκη επισημαίνει ότι ευγονικές αναφορές και ρητορικοί τρόποι αναπαράγονταν ακόμη και στις δεκαετίες του 1980 και του 1990, την ώρα που ούτως ή άλλως διάφορες παραλλαγές «ηγεμονικής αρρενωπότητας» εξακολουθούν να επανέρχονται στο προσκήνιο, αλλά και η έμφυλη βαναυσότητα που οδηγεί στις γυναικοκτονίες. Υπογραμμίζει, παράλληλα, ότι κινήσεις όπως η νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου ή το γεγονός ότι η «δυσφορία/ασυμφωνία του φύλου» δεν συγκαταλέγεται πλέον στις ψυχικές παθήσεις δεν αναιρούν ότι «το φύλο εξακολουθεί να ταυτίζεται με ένα ηγεμονικό καθεστώς αλήθειας σε άρρεν – θήλυ».
Η κατάργηση του φύλου
Για την Τζανάκη χρειάζεται η προοπτική της απο-αποικιοποίησης και της κατάργησης του φύλου, δηλαδή η αμφισβήτηση των ιδεολογικών και θεωρητικών πρακτικών που αναπαράγουν την καπιταλιστική εκμετάλλευση, την επιβίωση της αποικιοκρατίας και τα κυρίαρχα αφηγήματα για το σώμα και το φύλο. Είναι ένα άλμα πολιτικής και συναισθηματικής φαντασίας, «η επανάκτηση της δυνατότητας να οραματιστούμε τις ζωές και τις σχέσεις μας πέρα από το κράτος και τους ειδικούς του και εν τέλει πέρα από μια επιστήμη που έχει ταυτιστεί με την αντικειμενική ορθότητα και έχει μετατραπεί σε αστυνόμευση ενάντια σε εκείνους που αρνούνται να αποδεχτούν τα σύνορα του κοινωνικοσεξουαλικού ισομορφισμού και την απολυταρχία της ηγεμονικής αρρενωπότητας».
Μια νέα έννοια της ανθρωπότητας
Για την Τζανάκη ο ορίζοντας μιας τέτοιας κριτικής προσέγγισης έγκειται στην πάλη για «τη δημιουργία μιας νέας έννοιας της ίδιας της ανθρωπότητας, της ελευθερίας, αλλά και, εν τέλει, της αποκαθήλωσης του δυτικού ιμπεριαλισμού και της δυτικής λευκής επιστήμης, μέσω της κατάργησης του φύλου ως συνθήκης συγκριτικής ερμηνείας τού τι συνιστά τον άνθρωπο, την ανθρωπότητα, την αλήθεια και την ίδια την ελευθερία».







