Πάνω στον αρχαίο Δρόμο του Μεταξιού, δίπλα στις αχανείς στέπες και τις ερήμους της Κεντρικής Ασίας, ένα ελληνικό θαύμα γεννιέται. Μια μέχρι πρότινος «νεκρή» ελληνική κοινότητα ανθεί και πάλι στο Ουζμπεκιστάν.

Το ελληνικό στοιχείο δίνει τα τελευταία χρόνια δυναμικό «παρών» στην πρωτεύουσα της χώρας έχοντας εξελιχθεί σε μια σημαντική οντότητα για την πόλη: στην Τασκένδη διδάσκονται μαθήματα ελληνικής γλώσσας που μέσα σε μόλις τρεις μήνες έχουν προσελκύσει περισσότερα από 110 άτομα, ενώ η ελληνική κοινότητα έχει συστήσει χορωδία 30 ατόμων, ένα μουσικό συγκρότημα με ελληνικό ρεπερτόριο, ένα χορευτικό σχήμα με περισσότερα από 20 μέλη, δύο θεατρικές ομάδες, δραστήριους, ζωντανούς πυρήνες που έχουν καταφέρει κάτι μοναδικό: να δημιουργήσουν στους Ουζμπέκους μια λατρεία για την Ελλάδα, μια χώρα που βρίσκεται 3.900 χιλιόμετρα μακριά τους…

Ολα αυτά χάρη σε έναν αρχιτέκτονα από τη Θεσσαλονίκη που χωρίς να έχει καμία σχέση με το Ουζμπεκιστάν κατάφερε μέσα σε λίγα χρόνια να αναστήσει την ελληνική παρουσία στα βάθη της Κεντρικής Ασίας. Τόσο, που το Ελληνικό Κέντρο αναγνωρίζεται σήμερα ως ο κυριότερος πολιτιστικός πόλος της Τασκένδης και ο Κώστας Πολίτης έχει τιμηθεί με μετάλλιο από τον πρόεδρο του Ουζμπεκιστάν για την προσφορά του στον πολιτισμό της χώρας.

Σήμερα ζουν στο Ουζμπεκιστάν περίπου 1.300 Ελληνες, οι οποίοι συστήνουν εκ νέου την Ελλάδα στα πέρατα του κόσμου.

«Βρέθηκα στο Ουζμπεκιστάν για πρώτη φορά πριν από είκοσι ένα χρόνια, χωρίς να έχω καμία ιδεολογική ή γενεαλογική σχέση ούτε με τη χώρα ούτε με τους εκεί έλληνες ομογενείς. Εργαζόμουν ως αρχιτέκτονας και μουσειολόγος και εκείνη την περίοδο με προσέλαβε ένα αμερικανικό ίδρυμα, στο πλαίσιο ενός μεγάλου προγράμματος που υλοποιήθηκε σε συνεργασία με την UNESCO για την αναμόρφωση των μουσείων του Ουζμπεκιστάν.

Ετσι έφτασα στη χώρα, χωρίς να γνωρίζω απολύτως τίποτα για την ελληνική παρουσία εκεί. Για δεκαπέντε χρόνια εργάστηκα αποκλειστικά ως αναστηλωτής και σχεδιαστής. Το 2020, ωστόσο, εντελώς άθελά μου, ανέλαβα την προεδρία της ελληνικής κοινότητας της Τασκένδης και πλέον ξεκίνησε μια νέα εποχή για την Ομογένεια», εξηγεί στα «ΝΕΑ» ο Κώστας Πολίτης, πρόεδρος της ελληνικής κοινότητας της Τασκένδης.

Το ελληνικό στοιχείο στο Ουζμπεκιστάν έχει μακρά ιστορία. «Το 1949, μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας στον Γράμμο και τη λήξη του Εμφυλίου, περίπου 12.000 έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες έφτασαν στην Τασκένδη, η οποία τότε ανήκε στη Σοβιετική Ενωση, μέσω της Αλβανίας. Οι έλληνες αντάρτες εγκαταστάθηκαν σε στρατώνες που παλαιότερα στέγαζαν ιάπωνες αιχμαλώτους πολέμου.

Μέσα σε δύο χρόνια έχτισαν 14 ελληνικές “πολιτείες”, 12  μέσα στην Τασκένδη και δύο στα περίχωρά της. Στις περιοχές αυτές ζούσε σχεδόν αμιγής ελληνικός πληθυσμός. Κάθε πολιτεία είχε το δικό της σχολείο για την ελληνική και ρωσική γλώσσα και το δικό της πολιτιστικό κέντρο. Επίσης είχαν συγκροτήσει δικές τους ποδοσφαιρικές ομάδες και μουσικά συγκροτήματα. Δόθηκε μεγάλη έμφαση στην εκπαίδευση, στην εξάλειψη του αναλφαβητισμού και στην αναβάθμιση των δεξιοτήτων όλων», λέει ο πρόεδρος της ελληνικής κοινότητας.

Το 1964 ιδρύθηκε ο Σύλλογος Πολιτικών Προσφύγων στη Σοβιετική Ενωση με τριώροφο κτίριο που στέγαζε γραφεία και σχολείο, ενώ μέσα στο ίδιο οικόπεδο οι Ελληνες έχτισαν θέατρο χωρητικότητας 250 θέσεων, το οποίο έγινε έκτοτε επίκεντρο όλων των πολιτιστικών δραστηριοτήτων. «Αν βέβαια δούμε το ζήτημα με βαθύτερη ιστορική ματιά, οι Ελληνες δεν εμφανίζονται στην Κεντρική Ασία τον 20ό αιώνα. Βρίσκονται εκεί ήδη από την εποχή του Μεγάλου Αλέξανδρου, ο οποίος είχε εκστρατεύσει στο Ουζμπεκιστάν», λέει ο Κ. Πολίτης.

«Εκεί διαδραματίστηκε η ένδοξη και σχεδόν άγνωστη στην Ελλάδα ιστορία των ελληνιστικών βασιλείων της Κεντρικής Ασίας, μια ιστορία διάρκειας περίπου 320 ετών. Για περισσότερους από τρεις αιώνες υπήρξαν εκεί ελληνικές πόλεις, ελληνικά βασίλεια, θέατρα, βιβλιοθήκες, οικονομία και θεσμοί – ένας πλήρης ελληνικός πολιτισμός που άνθησε μακριά από τον ελλαδικό χώρο. Κι όμως, αυτή η ιστορία σχεδόν αγνοείται στην Ελλάδα. Δεν ενδιαφέρει κανέναν», σημειώνει.

Η ελληνική κοινότητα έφτασε να μετρά 35.000 μέλη τη δεκαετία του ’60 και να αποτελεί ζωτικό κομμάτι του Ουζμπεκιστάν, ενώ κατέβαλε εντατικές προσπάθειες για να διατηρήσει την πολιτιστική του ταυτότητα· η διοργάνωση μεγάλων φεστιβάλ και αθλητικών διοργανώσεων, όπως η περίφημη Σπαρτακιάδα, αποτελούν δείγματα αυτής της προσπάθειας.  Παρ’ όλ’ αυτά, με τα χρόνια, η κοινότητα ατόνησε. Μετά την πτώση της χούντας, μεγάλος αριθμός ομογενών επαναπατρίστηκε και ακόμη μεγαλύτερος τη δεκαετία του ’80 με την αποκατάσταση των πολιτικών τους δικαιωμάτων, ενώ μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ αρκετοί μετοίκησαν σε άλλες χώρες, με αποτέλεσμα η ελληνική κοινότητα να περιπέσει σε παρακμή.

Το 2019, πριν αναλάβει ο Κώστας Πολίτης, ο ελληνικός σύλλογος βρισκόταν σε απόλυτο μαρασμό. «Η αυλή του κτιρίου είχε μετατραπεί σε χώρο στάθμευσης παλαιών οχημάτων, ενώ το κτίριο στερούνταν βασικών υποδομών, ακόμη και θέρμανσης κατά τους χειμερινούς μήνες. Οι λιγοστοί εναπομείναντες ομογενείς υπέμεναν ιδιαίτερα δυσχερείς συνθήκες. Καθώς το νέο Ουζμπεκιστάν εισερχόταν σε φάση ραγδαίας οικονομικής ανάπτυξης, ο ελληνικός σύλλογος στο κέντρο της Τασκένδης αποτελούσε μια θλιβερή αντίθεση, παρουσιάζοντας εικόνα εγκατάλειψης. Υπό αυτές τις συνθήκες, το κτίριο έφθασε στα πρόθυρα της απαλλοτρίωσης από τον δήμο», λέει ο ίδιος.

Το Κέντρο Ελληνικού Πολιτισμού

Το 2020, όταν ανέλαβε τη διοίκηση της κοινότητας, ξεκίνησε το δύσκολο έργο της διάσωσης του κτίσματος, της ανακαίνισής του και της νομικής κατοχύρωσης της κοινότητας και του καθεστώτος ιδιοκτησίας. Μέσα σε πέντε χρόνια οι στόχοι επιτεύχθηκαν χωρίς να υπάρχει η παραμικρή βοήθεια από πουθενά. Το Κέντρο Ελληνικού Πολιτισμού επανασυστάθηκε και την ίδια χρονιά αναγνωρίστηκε από το ουζμπεκικό κράτος ως ο επίσημος φορέας της ελληνικής κοινότητας, η οποία αριθμεί  περίπου 1.300 άτομα μεικτής εθνικής καταγωγής.

Είναι παιδιά και εγγόνια των εξόριστων αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης και των εκτοπισθέντων Ποντίων που μετακινήθηκαν στην Τασκένδη από τις επαρχίες του Καζακστάν και του Ουζμπεκιστάν. «Το πιο δύσκολο έργο, όμως, ήταν και είναι η προσπάθεια αναγέννησης του Ελληνισμού. Η δημιουργία μιας ελληνικής συνείδησης στους εγκαταλελειμμένους ομογενείς», εξηγεί ο Κ. Πολίτης.

Μέσα από συστηματικές προσπάθειες το ελληνικό πνεύμα άρχισε να αναγεννιέται και το Ελληνικό Κέντρο έγινε σημείο αναφοράς για τους ομογενείς αναπτύσσοντας ταυτόχρονα μια αξιοσημείωτη εξωστρέφεια. Χάρη στη δραστηριότητα των ομογενών, αυτή τη στιγμή η Ελλάδα είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στο Ουζμπεκιστάν. «Το Κέντρο επιδιώκει να προσφέρει μια ολοκληρωμένη εικόνα της σύγχρονης Ελλάδας. Για τον λόγο αυτό, οι πύλες του παραμένουν ανοιχτές τόσο στους Ελληνες όσο και στους πολίτες του Ουζμπεκιστάν», εξηγεί ο Κώστας Πολίτης. «Θα ήθελα όμως να πω κάτι», προσθέτει.

«Το Ελληνικό Κέντρο στην Τασκένδη δεν υπάρχει χάρη σε κρατικές πολιτικές. Υπάρχει χάρη στους ανθρώπους του. Στο Ουζμπεκιστάν, ο ελληνικός πολιτισμός χαίρει σεβασμού. Οι τοπικές Αρχές, τα πανεπιστήμια, τα πολιτιστικά ιδρύματα, οι άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών αντιμετωπίζουν την Ελλάδα με ενδιαφέρον και εκτίμηση. Οχι επειδή το ελληνικό κράτος είναι παρόν, αλλά επειδή η ιστορία και ο πολιτισμός του Ελληνισμού έχουν αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα σε αυτή τη γεωγραφική ζώνη και εμείς οι λίγοι εκπροσωπούμε την κληρονομιά».

Ως πότε, όμως, θα μπορεί να γίνεται αυτό χωρίς βοήθεια από το ελληνικό κράτος; «Είναι σημαντικό να καταλάβουμε πως το Ελληνικό Κέντρο της Τασκένδης δεν αποτελεί μόνο έναν θεματοφύλακα του παρελθόντος, αλλά έναν ενεργό διαμορφωτή του παρόντος και του μέλλοντος του Ελληνισμού στην Κεντρική Ασία. Και γι’ αυτό ζητάμε το αυτονόητο: αναγνώριση, στοιχειώδη στήριξη, σεβασμό. Ζητάμε η Ελλάδα να θυμηθεί ότι ο Ελληνισμός δεν τελειώνει στα σύνορά της»…

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Ο Κωνσταντίνος Κυρανάκης στο “Face 2 Face” με την Κατερίνα Παναγοπούλου