Ο Ρομπέρτο Μπολάνιο (Roberto Bolaño, 1953-2003) υπήρξε ένας από τους πιο γενναίους διακόνους της λογοτεχνίας, καλλιεργώντας ένα απολύτως δικό του ύφος, γράφοντας ως το φουκαριάρικο συκώτι του, όπως θα έλεγε ο ποιητής Νίκος Καρούζος, θητεύοντας με ισχυρή φαντασία, τόλμη και ενδελέχεια στην ποίηση, την πεζογραφία και τη δοκιμιογραφία. Ο χιλιανός χεγκελιανός χαλυβουργός της τέχνης του λόγου κατόρθωσε σε μόλις λίγα χρόνια να ανανεώσει ριζικά τους τρόπους μας να δεξιωνόμαστε τα κείμενα, παλλόμενος πάντα από ακάματο μεράκι, αναμοχλεύοντας τα αναγνωστικά μας πάθη και ισορροπώντας θεσπέσια και τελεσφόρα ανάμεσα στο Υψηλό, το sublime, και το καθημερινό, το everyday. Μπορείς να πεις ότι έγραψε συμφωνίες σαν να είναι ποπ τραγούδια, και λαϊκά άσματα σαν να είναι μνημειώδεις όπερες.

Πριν από λίγο κυκλοφόρησε στα ελληνικά το πρώτο του μυθιστόρημα, η Αμβέρσα (μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, εκδ. Αγρα), που προοιωνίζεται σύνολο το μετέπειτα πεζογραφικό έργο του Μπολάνιο και αποτελεί μια εξαίσια ευκαιρία να απολαύσει ο αμύητος την πρώτη του γνωριμία με τον ποιητή και συγγραφέα, καθώς και να χαρεί ο μυημένος ένα ακόμα μπολανιακό κομψοτέχνημα. Ενώ γράφτηκε το 1980, όταν ήταν εξόριστος στην Ισπανία λόγω της χούντας του Πινοτσέτ, η Αμβέρσα εκδόθηκε δύο δεκαετίες και δύο έτη αργότερα, το 2002, μερικούς μήνες πριν από την εκδημία του λογοτέχνη.

Για τα φαντάσματα

Γράφει στη δυναμική εισαγωγή του, υπό τον τίτλο «Απόλυτη Αναρχία: Είκοσι δύο χρόνια μετά», θαρρείς αναδρομικά/προγραμματικά, ο Μπολάνιο: «Η περιφρόνηση που ένιωθα για τη λεγόμενη επίσημη λογοτεχνία ήταν τεράστια, παρότι ελάχιστα μεγαλύτερη από αυτήν που ένιωθα για την περιθωριακή λογοτεχνία» (σ. 10). Στην εν λόγω εισαγωγή, που κάλλιστα την εκλαμβάνουμε ως τελευταίο μήνυμα και διαθήκη του δημιουργού, ο Μπολάνιο μιλάει πυκνά για τις νεανικές λογοτεχνικές του προτιμήσεις: Νόρμαν Σπίνραντ, Τζέιμς Τίπτρι (ψευδώνυμο της Αλις Σέλντον), Ρετίφ ντε λα Μπρετόν, Μαρκήσιος ντε Σαντ, Θερβάντες, αρχαίοι έλληνες ποιητές – μια ανθοδέσμη χαρακτηριστική, για τον δαιμόνιο Μπολάνιο, που ήταν θηριώδης αναγνώστης, όπου συναντάμε την επιστημονική φαντασία, τη μεγαλειώδη πορνογραφία και τους κλασικούς.

Για την Αμβέρσα γράφει: «Εγραψα το βιβλίο αυτό για τα φαντάσματα, που είναι τα μόνα που έχουν χρόνο επειδή βρίσκονται εκτός χρόνου» (σ. 9). Και πράγματι, συναντάμε εδώ φαντάσματα: Πασκάλ, Χόρχε Μανρίκε, Πάουλ Κλέε, Εντγκαρ Αλαν Πόου, Τσέζαρε Παβέζε, Λεοπάρντι, Σοφί Ποντόλσκι. Η τελευταία, μάλιστα, ήταν μια εξόχως ενδιαφέρουσα βελγίδα ποιήτρια και εικαστικός, γεννημένη την ίδια χρονιά με τον Μπολάνιο (που τη μνημονεύει επίσης στο Μακρινό Αστέρι και στους Αγριους Ντετέκτιβ). Η Ποντόλσκι αυτοκτόνησε στα είκοσι ένα της, το 1974.

Η Αμβέρσα συντίθεται από 56 κεφάλαια, όλα ολιγοσέλιδα, μονταρισμένα έτσι ώστε να αποτελούν ένα μεταψυχεδελικό πανκ και μπιτ έπος όπου σκάνε μύτη (κυριολεκτικώς!) βαριεστημένοι και αμβλύνοες υπαρχιφύλακες, νάνοι, θρυλικοί τζαζίστες (Μόντι Αλεξάντερ, Ρέι Μπράουν, Μιλτ Τζάκσον), αινιγματικές ατθίδες, η Κόλαν Γιαρ (μπολανιακή παραφθορά της Σκότλαντ Γιαρντ), αυτόχειρες, ανέστιοι, μποέμ και ο ίδιος ο Μπολάνιο (στις σελίδες 21, 47, 55 και 99, στις δύο πρώτες με το όνομά του, στην τρίτη με μια νόστιμη και εμπεριστατωμένη περιγραφή του, στην τέταρτη ως Νοτιοαμερικανός). Ολος αυτός ο συρφετός κινείται σε κάμπινγκ, κομμούνες, ιππικούς ομίλους, μπαρ, νοσοκομεία, κάμαρες φτηνών ξενοδοχείων, τρένα και παραλίες.

Σημαίνοντα ρόλο στην Αμβέρσα παίζει η σιωπή, ενδεχομένως ένα κλείσιμο του ματιού στον Τζον Κέιτζ και στον Σάμιουελ Μπέκετ (δύο από τους ήρωες του Μπολάνιο, θαρρώ). «Κάποιος δημιουργεί σιωπές για μας» (σ. 41)· «Μας έχωσαν σε ένα διάλειμμα σιωπής» (σ. 43)· «Κάποιος δημιούργησε μια έξτρα σιωπή» (σ. 57)· «Τα χείλη αρθρώνουν σιωπηλές φράσεις» (σ. 91)· «Η σιωπή διαβάζει επιστολές καθισμένη σε ένα μπαλκόνι» (σ. 94).

Οι σιωπές συνδυάζονται με εφιάλτες στους οποίους πρωταγωνιστούν γυναίκες δίχως στόμα (σ. 30, 36, 59), μια μνεία στην αγωνία για την ανεπάρκεια, ενίοτε, της ομιλίας, των λέξεων, της γραφής να εκφράσουν ό,τι μας συγκινεί, μας φοβίζει, μας συνεπαίρνει. Ο Μπολάνιο ασκεί εδώ την κριτική του στην πραγματικότητα και στους τρόπους να την καταγράψουμε. Ιδού: «Μου βγαίνουν μονάχα σκόρπιες φράσεις, του είπε, ίσως επειδή η πραγματικότητα μου φαίνεται ένα κουβάρι σκόρπιες φράσεις» (σ. 65). Και: «Δεν μπορώ να είμαι ούτε απαισιόδοξος ούτε αισιόδοξος, όλα καθορίζονται από το ρυθμό αναμονής που εκδηλώνεται σ’ αυτό που ονομάζουμε πραγματικότητα» (σ. 80).

Φόρος τιμής

Είναι ενδιαφέρον ότι στο μυθιστόρημα Αμβέρσα η ίδια η Αμβέρσα εμφανίζεται μόνο στο φερώνυμο κεφάλαιο (σ. 102-3) και πιθανολογώ ότι ο Μπολάνιο επέλεξε τον τίτλο ως φόρο τιμής στη μείζονος σημασίας για την ιστορία της 6η Συνδιάσκεψη της Καταστασιακής Διεθνούς (Internationale Situationniste) που διεξήχθη στη βελγική πόλη από τις 12 έως τις 16 Νοεμβρίου του 1962. Αλλωστε, ο συγγραφέας δήλωνε ότι είναι ένας κομμουνιστής που τον συμπαθούν οι καταστασιακοί. Κι ακόμα η Αμβέρσα μπορεί να εκληφθεί ως καταστασιακό πεζογράφημα, καθόσον ο Μπολάνιο υιοθετεί εδώ τον μεταντανταϊστικό τρόπο γραφής των καταστασιακών, τους γρήγορους και κοφτούς ρυθμούς τους, την προφορικότητα και την αμεσότητά τους, την άκρως αντιεξουσιαστική στάση τους. Σε συνδυασμό πάντα με τη μέθοδο του cut-up που επινόησαν οι Ουίλιαμ Σ. Μπάροουζ και Μπράιον Γκάιζιν στο Παρίσι και στη δεκαετία του 1960.

Ο Γιώργος – Ικαρος Μπαμπασάκης είναι συγγραφέας και μεταφραστής

Roberto Bolano

Αμβέρσα

Μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος

Εκδ. Αγρα, 2025, σελ. 128

Τιμή 13 ευρώ

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.