Η κοινωνία της πρώιμης νεωτερικότητας αντιμετώπιζε τους παραβάτες της με δημόσιες επιδείξεις τιμωρίας και ντροπής, είτε μέσω πόνου, ταπείνωσης ή εξευτελισμού. Σήμερα έχουμε αναπτύξει ένα σύστημα τιμωρίας όπου, σε γενικές γραμμές, το θέαμα περιορίζεται στη δίκη, ενώ η τιμωρία που επιβάλλεται οδηγεί πίσω από τα κάγκελα της φυλακής, σε απομάκρυνση από την «κοινωνία των πολιτών» και σε μια ζωή που σε μεγάλο βαθμό κυλά αόρατη.
Οι πρόσφατες εικόνες γύρω από τη στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, με τη σύλληψη του προέδρου της χώρας Νικολάς Μαδούρο και την προσαγωγή του στο δικαστήριο της Νέας Υόρκης, προσφέρουν επιπλέον στοιχεία για μία απόπειρα κατανόησης (;) της κατάστασης μέσα από τις πολιτικές του ενδύματος.
Από τη στιγμή που οι ειδικές αμερικανικές δυνάμεις στρατού φόρεσαν στον Μαδούρο μια αθλητική φόρμα βαθμιαία τον οδηγούν στη λήθη. Σιγά σιγά γίνεται αόρατος. Στο πεδίο της μάχης, όπου η επιβίωση ενός στρατιώτη εξαρτάται από την ικανότητά του να αποφύγει την ανίχνευση, η τακτική της εξαφάνισης αποτελεί στρατιωτικό εργαλείο. Σε αντίθεση με τη μόδα, που το ρούχο αναδεικνύει τα περιγράμματα του σώματος, το καμουφλάζ είναι απαραίτητο στοιχείο για να θολώνει τα όρια μεταξύ σώματος και περιβάλλοντος. Παρότι ο Νικολάς Μαδούρο ενώπιον του δικαστηρίου στη Νέα Υόρκη δήλωσε «πρόεδρος της Βενεζουέλας» και «αιχμάλωτος πολέμου», η γκρι φόρμα της αιχμαλωσίας του τον εξουδετερώνει. Γίνεται ένα άτομο στο πλήθος, αμφιλεγόμενη περσόνα μιας χώρας που μαστίζεται από διαφθορά, πληθωρισμό, βία και τα καρτέλ ναρκωτικών.
Η «αόρατη στολή» των κρατουμένων αποτελεί μέρος της στάσης που υιοθετεί ο σύγχρονος πολιτισμός, σύμφωνα με τον οποίο οι συνθήκες που επικρατούν εντός των τειχών της φυλακής αποτελούν πρόβλημα μόνο για όσους έρχονται σε άμεση επαφή με αυτές. Οι στολές μιλούν για την εξουσία, την επιβολή ή την καταστολή της. Υποδηλώνουν τον έλεγχο που ασκεί ο ένστολος εαυτός μας στον εσώτερο κόσμο μας και στην κοινωνική μας προσωπικότητα.
Αν ακολουθήσουμε την ερμηνεία που δίνει ο Φουκώ στο έργο του «Επιτήρηση και τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής», οι στολές μπορούν να θεωρηθούν ως ένα εργαλείο διαμόρφωσης του νου και του σώματος, είτε πρόκειται για την επιβολή μιας αυταρχικής στάσης, όπως στις στολές της αστυνομίας ή του στρατού, είτε για την υιοθέτηση μιας υποτακτικής στάσης, όπως όταν φοράει κανείς στολές ασύλου ή φυλακών. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι ο φορέας της στολής υιοθετεί αναπόφευκτα την προσωπικότητα που επιβάλλεται στο σώμα του χωρίς αντίσταση. Η ατομική ερμηνεία παραμένει ακόμα και ανάμεσα στους καταδικασμένους των φυλακών. Αλλά στην περίπτωση του Μαδούρο τα δεμένα με χειροπέδες χέρια του δεν του επιτρέπουν να προσωποποιήσει τη φόρμα και να τη φέρει στο στυλ του. Είτε σηκώνοντας τα μανίκια, είτε το πέτο, ή γυρίζοντας τα μπατζάκια. Πλαισιωμένος από εκπροσώπους νόμου και τάξης η φόρμα του γίνεται στολή της ταπείνωσης και της πειθαρχίας. Στο επόμενο ενδυματολογικό επεισόδιο αυτής της γεωπολιτικής εξέλιξης ακολουθεί συμμόρφωση και καταστολή της προσωπικότητας του ατόμου που δήλωνε πρόεδρος μιας διεφθαρμένης κυβέρνησης.
Οι «εξαφανισμένες» της Κολομβίας
Η λατινική φράση «atra bilis» περιγράφει τη μελαγχολία που προκαλεί το πένθος. Αυτό το οδυνηρό συναίσθημα μετέφερε σε ένα από τα πιο δυνατά έργα της η καλλιτέχνις Doris Salcedo μιλώντας για τη χώρα της, την Κολομβία, που συνορεύει με τη Βενεζουέλα. Το «Atrabiliarios» είναι μία σύνθεση όπου φθαρμένα γυναικεία παπούτσια καλύπτονται με μεμβράνη από ουροδόχο κύστη αγελάδας. Αυτό το διάφανο «δέρμα» η καλλιτέχνις το ράβει χοντροκομμένα στον τοίχο με χειρουργικό νήμα. Η Salcedo συγκέντρωσε τα παπούτσια από τις οικογένειες των desaparecidos: των γυναικών, που «εξαφανίστηκαν» μυστηριωδώς από τα σπίτια τους. Η εξαφάνιση ήταν μέθοδος κοινωνικού ελέγχου που εφαρμόζονταν συνήθως στην Κολομβία κατά τη διάρκεια της εσωτερικής σύγκρουσης μεταξύ παραστρατιωτικών και ανταρτικών δυνάμεων στη δεκαετία του 1980. Τα κάποτε φορεμένα παπούτσια αποκτούν τη φωνή του μάρτυρα που διατηρεί τη μνήμη σωμάτων που απουσιάζουν. Σε ένα έργο τέχνης που δείχνει ίχνη απώλειας εκεί που η χειρουργική ραφή πάνω στο «δέρμα» θυμίζει νεκροψία.







