Μπουκάρουν νυχτιάτικα στην κάμαρά μου, με τραβάνε από τον ύπνο. Με στήνουν όρθιο με το πρόσωπο στον τοίχο, μου κάνουν σωματική έρευνα. Ως μες στο σώβρακό μου ψαχουλεύουν, γαργαλιέμαι, γελάνε κι εκείνοι μαζί μου. «Απλωσε τα χεράκια σου…» μου ψιθυρίζουν σε τόνο γλυκιάς γκουβερνάντας. Μου φορούν κάτι ατσάλινα βραχιόλια, που όχι, δεν με σφίγγουν στους καρπούς. «Κάθισε τώρα στο κρεβάτι, σήκωσε τα πόδια, πρώτα το αριστερό…». Τις φόρμες εγώ τις σιχαίνομαι, με φαγουρίζει το ύφασμα – «να μη βάλω ένα τζιν;» – «έχεις μακρύ ταξίδι, πρέπει να νιώθεις άνετα…».

Είναι απειλητικοί και καθησυχαστικοί ταυτόχρονα. Πόσοι είναι; Βλέπω άλλον τους κάθε στιγμή – το μουστακάκι, η λευκασμένη οδοντοστοιχία, η γυαλιστερή φαλάκρα δεν συνδυάζονται στο ίδιο πρόσωπο. Καθώς με βγάζουν από το διαμέρισμα, ένας χαζεύει τη θέα από το μπαλκόνι – «πιάτο είχες όλη την Αθήνα, ρε μπαγάσα!» – «είχες»; – ο παρελθών χρόνος με ανατριχιάζει. Στην πόρτα του ασανσέρ έχουν κρεμάσει μια ταμπελίτσα, «εκτός λειτουργίας». Κατεβαίνουμε τις σκάλες. Με σπρώχνουν να κουτρουβαλήσω και την επόμενη στιγμή με τραβούν πίσω, «μη βιάζεσαι!» με ειρωνεύονται. Εναν, στο ισόγειο, τον πιάνει τσιγαρόβηχας. Αφήνει μια στάμπα σε χρώμα βατράχου στο χαλάκι της εισόδου.

Εχουν παρκάρει στην πιλοτή της πολυκατοικίας. Δυο γάτες σκούζουν, ζευγαρώνουν. Η συρτή πόρτα του βαν ανοίγει δίχως να την αγγίξουν, με πετάνε μέσα, έχει μαύρα τζάμια, δεν βλέπω τη μύτη μου. Ακούω θορύβους της πόλης – μαρσαρίσματα, φρεναρίσματα – κι έπειτα ήχους της εξοχής, κρωξίματα γλάρων, παφλασμό νερού. Χάνω την αίσθηση του χρόνου. Αργότερα συνειδητοποιώ ότι το βαν έχει μπει σε ένα μεγαλύτερο όχημα – πλεούμενο ή ιπτάμενο; Ή μήπως το φόρτωσαν σε βαγόνι τρένου, από κείνα που διέσχιζαν την Ευρώπη και κατέληγαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης; Τα αφτιά μου βουλώνουν από την πίεση. Συνειδητοποιώ ότι βρίσκομαι μέσα σε υποβρύχιο. «We all live in a yellow submarine…» τραγουδάω Μπιτλς.

«Τι μαλακία εφιάλτης!» «Αμα συνέβη στον Μαδούρο που τον φυλάγανε σαν άγιο δισκοπότηρο…» – «ποιοι τον φυλάγανε;» «οι δικοί του!» «ποιοι δικοί του;» – «τότε μπορεί να τύχει στον καθένα μας…». «Μεγαλοπιάνεσαι! Χαρά στα μούτρα που θα σου στήσουν κοτζάμ στρατιωτική επιχείρηση! Να σε απαγάγουν, να σε κάνουν τι; Αφού κελαηδάς, όπως όλοι μας, χωρίς ξύλο! Κρατάς κανένα μυστικό από τα σόσιαλ μίντια;». «Καθένας έχει την κρυφή του ζωή…». «Κούνια που σε κούναγε! Ξυπνάς και κοιμάσαι με το κινητό στο χέρι. Πες τη φράση «τουαλέτες Βορείου Αιγαίου». Την επόμενη στιγμή θα εμφανιστούν στην οθόνη σου διαφημίσεις για καταστήματα ειδών υγιεινής στη Μυτιλήνη. Το μόνο ενδιαφέρον που παρουσιάζεις είναι το ψηφιακό σου αποτύπωμα. Και η αγοραστική σου δύναμη. Από όλα τα αναλώσιμα, πιο αναλώσιμος εσύ!».

«Ο εφιάλτης μου είναι καθαρά καφκικός. Θυμάσαι στη «Δίκη» τον Γιόζεφ Κ., που τον συλλαμβάνουν κάτι κοστουμάτοι και του σμπαραλιάζουν τη ζωή δίχως να μπουν στον κόπο να του απευθύνουν κάποια συγκεκριμένη κατηγορία;». «Εσύ θυμάσαι ότι ο φουκαράς ο Γιόζεφ Κ. συνέχισε κανονικά την καθημερινότητά του; Εμενε σπίτι του, χτυπούσε κάρτα στη δουλειά του… Πότε τον είχαν συλλάβει ακριβώς; Μήπως πριν σκάσει καν από το αβγό; Ετσι άλλωστε συμβαίνει. Πρώτα μας συλλαμβάνει η μάνα μας, μετά γεννιόμαστε…».

«Να συμβιβαστούμε άρα με την κατάσταση;». «Να συμφιλιωθούμε. Αν θες τη γνώμη μου, είναι η πιο σοφή επιλογή. Πόσος καιρός σου μένει;». «Ξέρεις κάτι για την υγεία μου που εγώ το αγνοώ;». «Ξέρω απλώς την ηλικία σου. Είκοσι χρόνια; Τριάντα; Σαράντα; Το έχεις βάλει πείσμα να καταντήσεις εσχατόγερος; Σάψαλο;». «Απολίθωμα…». «Απολίθωμα είσαι ήδη. Οπως όποιος θυμάται ασπρόμαυρη τηλεόραση. Κουρδιστά ρολόγια. Κοινωνικό κράτος δικαίου. Χοντρούς ανθρώπους στον ανεπτυγμένο κόσμο…». «Χοντροί υπάρχουν ακόμα!». «Επεσες στην παγίδα, χαχαχά! Ξεστόμισες λέξη μη πολιτικώς ορθή! Προσέβαλες προσέτι τα θαυματουργά ενέσιμα! Σε δυο σεζόν, θα έχουμε όλοι γίνει μοντελάκια». «Με σιλικόνες και με τατουάζ. Σαν καρτούν…». «Ασχημα είναι; We all live in a yellow submarine…».

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.