Πριν από οκτώ χρόνια, ο πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν ανέφερε ότι όποιος κυριαρχήσει στην τεχνητή νοημοσύνη «θα είναι ο κυρίαρχος του κόσμου». Από τότε οι επενδύσεις στην τεχνολογία έχουν εκτοξευθεί στα ύψη, με τους γίγαντες της τεχνολογίας των ΗΠΑ (Microsoft, Google, Amazon, Meta) να ξοδεύουν περισσότερα από 320 δισεκατομμύρια δολάρια μόνο το 2025.
Σε ελεύθερες κοινωνίες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες η ικανότητα των εταιρειών να παρακολουθούν και να επηρεάζουν τη συμπεριφορά σε μαζική κλίμακα έχει επωφεληθεί από τους παραδοσιακούς νομικούς περιορισμούς στην κρατική εποπτεία της αγοράς, συμπεριλαμβανομένης της αγοράς απόψεων και ιδεών.
Ωστόσο μια τέτοια αρχή της ελευθερίας του λόγου δεν ταιριάζει σε μια ψηφιακή αγορά που διαμορφώνεται από αλγόριθμους που λειτουργούν κρυφά ως παράγοντες επιρροής της τεχνητής νοημοσύνης. Οι χρήστες των διαδικτυακών υπηρεσιών μπορεί να πιστεύουν ότι λαμβάνουν τα αποτελέσματα που θέλουν με βάση, για παράδειγμα, προηγούμενες επιλογές προβολής ή αγορές. Ωστόσο, οι αλγόριθμοι «ωθούν» τους χρήστες προς αυτό που θέλουν μόνο οι εταιρείες.
Το άρθρο 230 του Communications Decency Act του 1996 (των ΗΠΑ) προστατεύει τους ιδιοκτήτες ψηφιακών πλατφορμών από την ευθύνη για ζημίες που μπορεί να προκύψουν από διαδικτυακό περιεχόμενο. Αυτή η φιλική προς τις εταιρείες πολιτική υποθέτει ότι όλο αυτό το περιεχόμενο δημιουργείται από τους χρήστες – απλώς άνθρωποι που ανταλλάσσουν ιδέες και εκφράζουν τις προτιμήσεις τους. Ωστόσο, η Meta, η TikTok, η X και οι υπόλοιπες εταιρείες δεν προσφέρουν ουδέτερη πλατφόρμα για τους χρήστες. Η ύπαρξή τους βασίζεται στην προϋπόθεση ότι η εμπορευματοποίηση της προσοχής είναι εξαιρετικά κερδοφόρα. Σήμερα, οι εταιρείες επιδιώκουν να αυξήσουν τα κέρδη τους όχι μόνο με την εμπορία διαφόρων υπηρεσιών τεχνητής νοημοσύνης, αλλά και με τη χρήση τους για τη μεγιστοποίηση του χρόνου που οι χρήστες περνούν στο Διαδίκτυο, αυξάνοντας έτσι την έκθεσή τους σε στοχευμένη διαφήμιση.
Οταν οι κυβερνήσεις δεν εποπτεύουν το διαδικτυακό μάρκετινγκ που έχει σχεδιαστεί για να χειραγωγεί υπογείως τις προτιμήσεις, αποτυγχάνουν στην υποχρέωσή τους να προστατεύουν την ουσιαστική άσκηση της ελευθερίας. Οπως και οι ψεύτικες πληροφορίες που συνιστούν απάτη όταν πρόκειται για εμπορικά προϊόντα ή υπηρεσίες, η σκόπιμα κρυμμένη ή μεταμφιεσμένη χειραγώγηση της συμπεριφοράς των εταιρειών με μόνο σκοπό το κέρδος δεν εμπίπτει σε αυτό που το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ θεωρεί ως «την εποικοδομητική άσκηση του δικαιώματος της ελευθερίας του λόγου».
Ο νόμος και η δημόσια πολιτική πρέπει να προσαρμοστούν στις σύγχρονες συνθήκες και στις απειλές που θέτει για την ελευθερία στην ψηφιακή εποχή η εταιρική τεχνητή νοημοσύνη. Εάν η τεχνητή νοημοσύνη γίνεται πράγματι αρκετά ισχυρή ώστε να κυβερνά τον κόσμο, οι κυβερνήσεις στις ελεύθερες κοινωνίες πρέπει να διασφαλίσουν ότι εξυπηρετεί – ή, τουλάχιστον, ότι δεν βλάπτει – το δημόσιο καλό.
Ο Ρίτσαρντ Σέργουιν είναι επίτιμος καθηγητής Νομικής στη New York Law School







