Σχολίαζα το προηγούμενο Σάββατο την απονομή του Νομπέλ Λογοτεχνίας στη Ανί Ερνό. Τα σχόλιά μου αφορούσαν όχι τόσο τη βράβευση αυτή καθ’ εαυτήν όσο το «αρκεί να έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο» που δείχνει να κυριαρχεί εδώ και χρόνια στις επιλογές της Σουηδικής Ακαδημίας. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Το βραβείο Λογοτεχνίας στον Ντίλαν, μνημείο αμηχανίας; Τα βραβεία σε συγγραφείς όπως ο Λε Κλεζιό και ο Μοντιανό, που εκπροσωπούν επάξια τη χρυσή συγγραφική μετριότητα; Τα βραβεία σε εκπροσώπους της λογοτεχνίας του κάποτε λεγόμενου Τρίτου Κόσμου, οι οποίοι συνήθως ζουν σε χώρες της Δύσης και τους οποίους δεν είμαι καν σίγουρος ότι τους διαβάζουν έστω οι συμπατριώτες τους; Για να μην επεκταθώ και σε ονόματα ποιητών και πεζογράφων, που ήρθαν, είδαν, βραβεύτηκαν, και ποτέ πια δεν ξαναέγινε λόγος για αυτούς/αυτές.

Γενικεύοντας, θα μπορούσε να πει κάποιος πως εδώ και μερικά χρόνια οι αποφάσεις των Σουηδών βρίσκονται πάντα στο σημείο τομής δυο αξόνων: της αμηχανίας και της κορεκτίλας. Με όλον τον σεβασμό και την εκτίμηση που τρέφω στις γυναίκες γενικά και σε αρκετές γυναίκες-συγγραφείς ειδικότερα, η αυξημένη συχνότητα με την οποία βραβεύονται γυναίκες (2013, 2015, 2018, 2020, 2022) νομίζω ότι οφείλεται εν μέρει και στο κύμα κορεκτίλας που μας έχει κατακλύσει.

Αυτά ως προς την εθνικότητα και το φύλο όσων η Σουηδική Ακαδημία επιλέγει να βραβεύει τα τελευταία χρόνια. Οσο για το είδος λογοτεχνίας (και ειδικότερα, πεζογραφίας) που συνήθως βραβεύεται, είναι και αυτό σημείο των καιρών. Εχω την αίσθηση ότι, τόσο παγκοσμίως όσο και στην Ελλάδα, όλο και περισσότερο τείνει να κυριαρχήσει μια πεζογραφία λιγότερο ή περισσότερο αυτοαναφορική, ίσως και νεοηθογραφική θα έλεγα. Το χωριό, οι γονείς, ο παππούς και η γιαγιά, η έκτρωσή μας, η εμμηνόπαυσή μας, η σχέση των γονιών μας μεταξύ τους, κ.ο.κ. Μια εύκολη λογοτεχνία θα έλεγε κανείς, και επιπλέον -ας μου συγχωρηθεί ο χαρακτηρισμός- με αρκετά στοιχεία ναρκισσισμού, ή έστω κρυπτοναρκισσισμού. Σε αυτά λίγο-πολύ τα χνάρια κινείται και η λογοτεχνία της Ερνό, χωρίς βέβαια να είναι, σε καμιά περίπτωση, από τα χειρότερα δείγματα του είδους. Εδώ υπάρχουν Ελληνες συγγραφείς που γράφουν βιβλία τα οποία αφορούν αποκλειστικά τη σχέση τους με τη μαμά τους ή τον μπαμπά τους, το πώς έπαιζαν καρπαζιές με τους συμμαθητές τους, ακόμα και πώς τα φέρνουν βόλτα με τις αιμορροΐδες τους.

Πολύ γκρίνια νομίζω ότι έπεσε σήμερα. Και να σκεφτεί κανείς ότι κάθε άλλο παρά είμαι από εκείνους που συνηθίζουν να λένε «Στις μέρες μας όμως, τα πράγματα ήταν πολύ καλύτερα». Μακριά από εμένα ο ρόλος του βετεράνου ή του απόστρατου, ο οποίος, στου Ζαχαράτου ή στου «Γαμβέττα» κάποτε, στο «Φίλιον» ή στον «Καπετάν Μιχάλη» στις μέρες μας, μεμψιμοιρεί αναπολώντας (ανύπαρκτες συχνά) χρυσές εποχές.

Επιδόρπιο

Ελληνικοί τίτλοι αγγλικών εφημερίδων στις αρχές του 20ού αιώνα: «Εωθινός Ταχυδρόμος» («Morning Post»), «Μαγχεστριανός Φύλαξ» («Manchester Guardian»,  σήμερα απλώς «Guardian»), «Καιροί» («Times»), «Ημερήσιος Τηλέγραφος» («Daily Telegraph»).

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.