Η επιλογή του χρόνου κατάθεσης του νόμου για την ανώτατη εκπαίδευση παραπέμπει στην κοινοβουλευτική «πεπατημένη» που θέλει τα νομοσχέδια που αφορούν τον χώρο της εκπαίδευσης και αναμένεται να προκαλέσουν σημαντικές αντιδράσεις και μεγάλες κινητοποιήσεις να ψηφίζονται στη Βουλή σε περιόδους όπου τα εκπαιδευτικά ιδρύματα δεν είναι σε πλήρη λειτουργία και άρα η ένταση των κινητοποιήσεων είναι μικρότερη. Είναι, ουσιαστικά, η επιδίωξη ενός νομοθετικού τετελεσμένου για τους φοιτητές και τους πανεπιστημιακούς δασκάλους. Oμως, αυτή η επιλογή ενέχει το ίχνος μιας προκαταβολικής άρνησης να εισακουστούν οι εύλογες αντιρρήσεις και διαμαρτυρίες που υπάρχουν για τη συγκεκριμένη μεταρρύθμιση και οι οποίες έχουν έρθει από ένα φάσμα οπτικών ευρύτερο από το συνηθισμένο και αποτυπώνουν την απουσία ενός ισχυρού ρεύματος μέσα στην ανώτατη εκπαίδευση που να υποστηρίζει τη συγκεκριμένη μεταρρύθμιση. Κάτι που έστω και εκ του αποτελέσματος δικαιώνει όσες και όσους υποστήριξαν ότι μία από τις αφετηρίες του συγκεκριμένου νομοθετήματος είναι η πατερναλιστική εκτίμηση ότι οι ίδιοι οι άνθρωποι του πανεπιστημίου, οι διδάσκουσες και οι διδάσκοντες, οι φοιτήτριες και οι φοιτητές, στην πραγματικότητα δεν μπορούν να σκεφτούν (και να πράξουν) στην κατεύθυνση αυτού που είναι πραγματικά καλό για την ανώτατη εκπαίδευση.

Το παρόν άρθρο, όπως κι ένα μέρος του περιεχομένου από tanea.gr, είναι διαθέσιμο μόνο σε συνδρομητές.
Είστε συνδρομητής; Συνδεθείτε
Ή εγγραφείτε
Αν θέλετε να δείτε την πλήρη έκδοση θα πρέπει να είστε συνδρομητής. Αποκτήστε σήμερα μία συνδρομή κάνοντας κλικ εδώ






