Το βιβλίο δεν έγινε ασμένως δεκτό από την κριτική της εποχής αλλά αποκαταστάθηκε σταδιακά, για να αποκτήσει επιφανή θέση στον λογοτεχνικό κανόνα του εικοστού αιώνα. Ισως τον καιρό εκείνο να μην ήταν εύκολα αποδεκτές οι ιστορίες της απιστίας, του διαζυγίου, αλλά και η αφάνταστη ελαφρότητα του κοσμικού βίου με τα οποία ζωγραφίζεται η αστική αγγλική κοινωνία της εποχής. Επίσης κατηγορήθηκε ο βαπτισμένος οικειοθελώς ως καθολικός Γουό για την αποφυγή πρόσδοσης μιας ηθικής νότας ή μιας εκκλησιαστικής εκδοχής της αμαρτίας, της τιμωρίας και ίσως της μετάνοιας. Ακόμα και ο θάνατος του εννιάχρονου γιου, είναι αλήθεια πως δίνεται με απρόσμενη ελαφρότητα – έτσι προσλαμβάνεται από τους γονείς. Προσωπικά βρήκα, πέραν της ρέουσας, έξυπνης γραφής και των απρόσμενων συστροφών της πλοκής, ενδιαφέρουσα την ένταση των αντιμαχομένων ηθών πόλης – υπαίθρου, την οικονομική δυσπραγία της άρχουσας τάξης, τις αιφνίδιες αλλαγές συμπεριφορών καθ’ οδόν προς την πλήρη ερωτική απελευθέρωση, αλλά και την παροιμιώδη βρετανική ανεκτικότητα προς πολλά και ποικίλα του βίου. Ο ελαφρά σατιρικός τόνος και το φλεγματικό χιούμορ αποφορτίζουν τα δραματικά στοιχεία του βιβλίου και καθοδηγούν τον αναγνώστη προς έναν τύπο πραγματισμού.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, το βιβλίο διδάσκει πολλά ακόμη και τους συγγραφείς. Κυρίως ότι κάποια ιστορία πρέπει εν τέλει να λέμε, αν και αυτό απαιτεί γνώση προσώπων και πραγμάτων – δηλαδή εμπειρίες και πρωτίστως έρευνα. Ο Γουό τα διαθέτει σε αφθονία εδώ, σε επίπεδα ανάλογα του θεωρουμένου ως αριστουργήματός του «Επιστροφή στο Μπράιτσχεντ» και η μετάφραση της Παλμύρας Ισμυρίδου συντελεί τα μέγιστα στην απόλαυση του κειμένου.







