Είναι σαφές ότι το ολλανδικό ποδόσφαιρο ταιριάζει στον Ελληνα και την ιδιοσυγκρασία του. Πρόκειται για ένα καθαρά επιθετικό και ελεύθερο ποδόσφαιρο, στο οποίο δεν υπάρχουν σκοπιμότητες. Και οι δύο αντίπαλες ομάδες παίζουν το ίδιο σύστημα, ένα 4-3-3. Λες και αυτό έχει «επιβληθεί» από την ομοσπονδία. Πρέπει να σημειώσω ότι από την Κ-15 εθνική τους ομάδα, έως τη μεγαλύτερη των ανδρών και από τον Αγιαξ μέχρι τη Φορτούνα Σιτάρντ, αυτό το σύστημα βλέπουμε. Ελάχιστες ομάδες, ίσως στις μικρότερες κατηγορίες της Ολλανδίας, επιλέγουν να παίξουν κάτι διαφορετικό. Είναι λες και έπεσε… γραμμή από την εκεί ομοσπονδία ποδοσφαίρου. Ετσι γεννιέται το λεγόμενο total football που βλέπουμε από την εποχή του Κρόιφ. Οι δύο ομάδες, όλοι οι ποδοσφαιριστές που αγωνίζονται, έχουν το μυαλό τους στην επίθεση. Κυνηγούν τη νίκη, αλλά ταυτόχρονα διαπιστώνει ο οποιοσδήποτε μια ελευθερία στις κινήσεις των πρωταγωνιστών. Αμέσως θα πάνε μπροστά, δεν σκέφτονται το πώς θα κλειστούν. Βέβαια, παρατηρούνται και κάποια αποτελέσματα όπως είναι βαριές ήττες με πέντε γκολ διαφορά, ή ένα σκορ 6-3 ή 3-5. Φυσικά θα τους απασχολήσει αυτό, συζήτηση θα γίνει, αλλά δεν τους ενδιαφέρει το αποτέλεσμα με την έννοια που το βλέπουμε σε άλλες χώρες ή εδώ που υπάρχει πίεση μεγάλη. Ενας επιθετικός στην Ολλανδία μπορεί να «ακουμπήσει» την μπάλα ακόμη και 30 φορές σε κάθε παιχνίδι, ενώ θα του δημιουργηθούν ίσως και τρεις ευκαιρίες μεγάλες για γκολ. Μπορεί και παραπάνω. Η αντιστοιχία με την Ελλάδα είναι δέκα φορές να «ακουμπήσει» την μπάλα στο πρωτάθλημά μας και μία καθαρή ευκαιρία να βρει. Υπάρχει διαφορά. Οσον αφορά στον Γιακουμάκη, έχει πλέον ρυθμό και καλή ψυχολογία που είναι το σπουδαιότερο. Νιώθει ως το κέντρο της επίθεσης στην ομάδα του, αισθάνεται σημαντικός. Πόσες φορές μπορεί να δείξει εμπιστοσύνη σε έλληνα επιθετικό μια ελληνική ομάδα; Για μένα που έχω περάσει από το πρωτάθλημα της Ολλανδίας, η πορεία του Γιακουμάκη δεν είναι έκπληξη. Αυτό, πάντως, δεν σημαίνει ότι το πρωτάθλημα είναι εύκολο, σίγουρα όμως ευνοεί τους επιθετικούς και ειδικά όσους παίζουν στο «κουτί». Αν κοιτάξω τώρα και την περίπτωση του Τσιμίκα, έχω να τονίσω ότι και αυτός ο ποδοσφαιριστής αξιοποίησε την παρουσία του στο ολλανδικό πρωτάθλημα. Είχε την ευκαιρία να παίξει το ποδόσφαιρο που του αρέσει. Είναι ένας επιθετικός μπακ, όχι κάποιος που μένει πίσω, βρήκε χώρους και εκμεταλλεύτηκε τα προσόντα του. Το πάνω κάτω που αναζητά στο παιχνίδι του. Στην Ολλανδία κάθε ποδοσφαιριστής έχει προσωπικό αντίπαλο, αν έχει ταλέντο θα φανεί και θα το δείξει. Αλλά κάποιος που έχει μάθει να παίζει, για παράδειγμα, στην άμυνα σε γραμμή με τρεις παίκτες, δύσκολα θα μπορέσει να πιάσει».

Το παρόν άρθρο, όπως κι ένα μέρος του περιεχομένου από tanea.gr, είναι διαθέσιμο μόνο σε συνδρομητές.
Είστε συνδρομητής; Συνδεθείτε
Ή εγγραφείτε
Αν θέλετε να δείτε την πλήρη έκδοση θα πρέπει να είστε συνδρομητής. Αποκτήστε σήμερα μία συνδρομή κάνοντας κλικ εδώ






