Τον Νοέμβριο του 2015, λίγες ημέρες μετά τις επιθέσεις των τζιχαντιστών στο Παρίσι – στο Bataclan, τα καφέ και τα εστιατόρια του 10ου και του 11ου Διαμερίσματος, στο Stade de France – η εφημερίδα «Le Monde» βάλθηκε να δημοσιεύει, ένα προς ένα, τα πορτρέτα των θυμάτων. Οι δημοσιογράφοι της αρνήθηκαν να τους περιορίσουν σε ένα νούμερο, το 130, και μία θέση, αυτή των «θυμάτων», θέλησαν να τους δώσουν ένα πρόσωπο, να διηγηθούν ποιοι ήταν, από πού κατάγονταν και πώς ήταν ως παιδιά, ποια ήταν τα όνειρα και οι ελπίδες τους, τι τους άρεσε και τι τους θύμωνε, τις ευτυχίες και τις δυστυχίες τους. Θέλησαν, με δυο λόγια, να τους δώσουν πίσω τη ζωή τους, μέσα από εκείνους που τους γνώριζαν και τους αγαπούσαν. Να τους εγκαταστήσουν, όλους, χωρίς εξαίρεση, στη συλλογική μνήμη της χώρας. Και έμαθαν πολλά και οι ίδιοι από αυτή την κοπιαστική διαδικασία, έμαθαν πολλά και για την πόλη τους, και για τη χώρα τους και τους ανθρώπους της, και για τον ίδιο τον εαυτό τους – η συνήθης απόσταση που κρατούν από τα πράγματα, αυτός ο τόσο αναγκαίος ως μέσο προστασίας κυνισμός που συχνά παρεξηγείται από τους άλλους, πήγαν όπως ομολόγησαν περίπατο.
Χάρη στο Ιντερνετ, αυτό το «μνημείο» που έχτισε η «Monde» υπάρχει και θα υπάρχει πάντα. Ενας φόρος τιμής στην 24χρονη Καρολίν Πρενά, που είχε πρόσφατα επιστρέψει στο Παρίσι γιατί ζούσε τον μεγάλο έρωτα και ήθελε να δείξει στους γονείς της πως ήταν θαρραλέα, ενώ θα μπορούσε να είχε βρει εύκολα δουλειά στην πόλη της, τη Λυών. Στον 41χρονο Σεντρίκ Μοντί, που λάτρευε την Ιστορία όσο και τη ροκ και είχε στη βιβλιοθήκη του δίπλα δίπλα τον Ντίλαν και τον Ναπολέοντα, τον Λου Ριντ και τον Ντε Γκολ, και είχε πρόσφατα νιώσει τόσο υπερήφανος γιατί ο επτάχρονος γιος του είχε αναγνωρίσει τη φωνή του Μικ Τζάγκερ από την πρώτη νότα. Στην 30χρονη Λαμιά Μοντεγκέρ, με τον μπαμπά από τη Βρετάνη και τη μαμά από την Αίγυπτο που είχε σχεδόν τόσα χαϊδευτικά όσους και φίλους – Λαμιοσά, Μπαμιά, Λαμιτά, Λαμιαού… -, ένα μόνιμο χαμόγελο στα χείλη και μια καρδιά φλογερή, που την κατέβαζε συχνά στους δρόμους να διαδηλώσει. Στον 38χρονο Βενσάν Ντετόκ, που έκανε τα παιδιά του να γελάνε με τις τρελές ιστορίες του Ντομινίρ από τον Πλούτωνα, ενός φανταστικού προσώπου που είχε πλάσει ο ίδιος ως παιδί, και αυτά τον έλεγαν «τον πιο κουλ μπαμπά του κόσμου», και τον αποχαιρέτησαν, στην κηδεία του, με το πιο γνωστό τραγούδι των Noir Désir: «Και όλα θα πάνε καλά. Ο άνεμος θα μας πάρει…».
Συγχωρήστε μου το προσωπικό, αλλά τα έχω διαβάσει ένα ένα αυτά τα πορτρέτα, ξανά και ξανά. Και το ίδιο περιμένω να κάνω με τους 91 νεκρούς από την πυρκαγιά στο Μάτι και τον Νέο Βουτζά.
ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000