Μια παράσταση Βασισμένη στο έργο «Υβόννη, πριγκίπισσα της Βουργουνδίας, του Βίτολντ Γκομπρόβιτς» είναι η παράσταση «Βουργουνδία» που ανεβαίνει από την ομάδα Αθώο Σώμα με την ιδιαίτερη σκηνική της ταυτότητα, κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο Θέατρο Σφενδόνη. Το κείμενο είναι του Βαγγέλη Κυριακού και η σκηνοθεσία και η επιμέλεια κίνησης της Κατερίνας Σκουρλή. Πρωταγωνιστούν οι ηθοποιοί Λυδία Βύρλα, Νατάσα Βλυσίδου, Μαντώ Γιαννίκου, Πάνος Θεοδωρακόπουλος και Πάνος Χατσατριάν.

Η ιστορία τοποθετείται στο φανταστικό βασίλειο της Βουργουνδίας που είχε έναν βασιλιά και μια βασίλισσα, αυλικούς, λαό πολύ και φυσικά υπηρέτες. Είχε και πρίγκιπα, που μια μέρα, από καπρίτσιο ίσως, έφερε μια σιωπηλή κοπέλα, την Υβόννη, με σκοπό να την παντρευτεί. Και μόλις την είδαν στο παλάτι είπαν ότι είναι άσχημη και δεν μιλάει αλλά κοιτάει, όχι μόνο στα μάτια, πιο βαθιά. Και μιας και κοιτούσε πιο βαθιά, την σκότωσαν. Την αυτοκτόνησαν; Ίσως. Από τότε, η εξουσία έγινε πιο έξυπνη και άλλαζε ονόματα και μοιραζόταν σε όλο και πιο πολλούς. Και μοιραία, πολλαπλασιάστηκαν και οι υπηρέτες. Γέμισε ο κόσμος αφεντικά και υπηρέτες. Και βρέθηκαν όλοι στο τέλος, να είναι την ίδια στιγμή υπηρέτες και εξουσιαστές.

Η Κατερίνα Σκουρλή μίλησε στα «Νέα».

Τι ήταν αυτό που σας τράβηξε αρχικά στο έργο «Υβόννη, πριγκίπισσα της Βουργουνδίας» του Γκομπρόβιτς;

Το χιούμορ και η «αφέλεια» με την οποία παρουσιάζονται τα πράγματα, ακόμη και στις πιο σκληρές εικόνες του έργου. Ο Γκομπρόβιτς σε παγιδεύει: χαρακτήρες που διαπράττουν τις χειρότερες πράξεις εμφανίζονται στην αρχή ακόμη και χαριτωμένοι ή με μια υποτιθέμενη επαναστατική διάθεση απέναντι στις προλήψεις και το κατεστημένο. Έτσι, όταν αρχίζει να αποκαλύπτεται το πραγματικό τους πρόσωπο, οι αμυντικοί μηχανισμοί του θεατή ή του αναγνώστη έχουν ήδη χαλαρώσει. Νιώθει ξεκρέμαστος, χωρίς καμία βεβαιότητα. Το έργο δεν σου επιτρέπει να κρατήσεις ασφαλή απόσταση και έτσι σε μπλέκει αθόρυβα, αλλά πολύ αποτελεσματικά. Θα κοιτάξεις αναγκαστικά.

Σε ποιο σημείο νιώσατε ότι το κείμενο του Γκομπρόβιτς «μιλάει» άμεσα στο σήμερα;

Μας μιλά άμεσα στον τρόπο που δείχνει πόσο βίαια μπορεί να αντιδράσει ένα σύστημα απέναντι σε ό,τι δεν χωράει στους ρόλους του. Η Υβόννη δεν κάνει κάτι ακραίο· απλώς δεν προσαρμόζεται. Και έτσι ενεργοποιείται ένας μηχανισμός αποκλεισμού και εξόντωσης που μας είναι πολύ γνώριμος. Σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, αυτό ακριβώς βλέπουμε και σήμερα: ό,τι δεν συμμορφώνεται, ό,τι δεν παίζει σωστά το παιχνίδι, αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα. Εκεί ακριβώς νιώσαμε ότι το έργο του Γκομπρόβιτς δεν ανήκει στο παρελθόν, αλλά περιγράφει μια συνθήκη που συνεχίζει να επαναλαμβάνεται. Στη διασκευή μας θελήσαμε να φωτίσουμε και το πώς αυτοί οι ρόλοι δεν είναι ποτέ σταθεροί. Πώς το αφεντικό και ο υπηρέτης εναλλάσσονται διαρκώς, ανάλογα με τη θέση και τη στιγμή, και πώς αυτή η εναλλαγή είναι τελικά μέρος του ίδιου μηχανισμού εξουσίας που αποκαλύπτει το έργο.

Η ομάδα Αθώο Σώμα έχει μια πολύ αναγνωρίσιμη σκηνική ταυτότητα. Πώς εξελίχθηκε σε αυτή την παράσταση;

Για εμάς η σκηνική ταυτότητα δεν είναι κάτι σταθερό ή προκαθορισμένο· είναι η ίδια η πρόβα. Μια διαδικασία που ξεκινάει από το σώμα, από την αγνότητα και την αλήθεια του σώματος και σιγά σιγά μέσα από αυτήν χτίζεται ο κόσμος της παράστασης. Ειδικά σε αυτή τη δουλειά νιώθουμε πολύ τυχεροί και ευγνώμονες, γιατί είναι δύσκολο να μεταφέρεις την πρόβα στην σκηνή χωρίς αυτό να γίνεται αντιληπτό από τον θεατή. Η ομάδα των ηθοποιών δούλεψε με εμπιστοσύνη, αφοσίωση και ανοιχτότητα –και συνεχίζει να δουλεύει– κι αυτό μας επέτρεψε να κρατήσουμε ζωντανή τη διαδικασία μέχρι το τελικό αποτέλεσμα –τους ευγνωμονούμε γι΄αυτό. Και επιπλέον όλοι ανεξαιρέτως οι –ούτως ή άλλως πολύ ικανοί– συνεργάτες της παράστασης, συντονίστηκαν με την ομάδα και βαδίσαμε προς έναν κοινό στόχο. Αυτή η σύμπλευση δεν είναι αυτονόητη. Είναι κάτι σπάνιο, που όταν συμβαίνει, αφήνει χώρο ώστε η σκηνική ταυτότητα να μη μοιάζει απλώς με στυλ, αλλά με ουσιαστική κατάθεση.

Η παράσταση λειτουργεί περισσότερο ως καθρέφτης ή ως προειδοποίηση;

Όλα ξεκινούν από μια Υβόννη που, στο πρωτότυπο, δεν μιλά, αλλά κοιτά. Και μέσα σε αυτό το βλέμμα αφήνει —ή αν θέλετε προκαλεί— την ασχήμια των άλλων να καθρεφτιστεί πάνω της. Με αυτή την έννοια, η παράσταση λειτουργεί αρχικά ως καθρέφτης. Στη δική μας διασκευή, η Υβόννη μιλά. Όχι για να εξηγήσει ή να πείσει, αλλά για να δηλώσει την αδυναμία της να χωρέσει στους ρόλους που της αποδίδονται. Είναι περισσότερο αποκάλυψη ή υπενθύμιση για το πώς αντιδράμε συλλογικά όταν κάποιος δεν προσαρμόζεται αλλά και για το τι είμαστε ικανοί να κάνουμε. Όχι όμως προειδοποίηση. Η προειδοποίηση, για εμάς, εμπεριέχει αναγκαστικά έναν βαθμό διδακτισμού. Δεν θεωρούμε ότι είμαστε ικανοί ή πρόθυμοι να διδάξουμε κάτι. Άλλωστε, δεν λέμε ούτε δείχνουμε κάτι καινούριο· αυτά που συμβαίνουν στη σκηνή τα γνωρίζουμε ήδη.

Στην παράσταση η εξουσία παρουσιάζεται ως κάτι που αλλάζει μορφές και διαχέεται. Πόσο επικίνδυνη είναι αυτή η «έξυπνη» εξουσία;

Τόσο που συχνά δεν την αναγνωρίζεις ως εξουσία. Την βαφτίζεις ενδιαφέρον, φροντίδα, επιμέλεια, νουθεσία, όριο, «πατερούλη», όπως θέλεις τέλος πάντων. Κι όσο αλλάζει όνομα και μορφή, τόσο λιγότερο αντιστέκεσαι. Και κάπου εκεί, στο βάθος, ο Γκομπρόβιτς γελάει σαρδόνια.

Φοβόμαστε περισσότερο αυτόν που μιλάει ή αυτόν που μας κοιτάζει «πιο βαθιά»;

Νομίζω ότι φοβόμαστε περισσότερο αυτόν που μας κοιτάζει «πιο βαθιά». Τον σιωπηλό τύπο στις παρέες ή στα τραπέζια. Εκείνη τη στιγμή που συνειδητοποιείς ότι σε έχει πάρει η μπάλα και μιλάς ακατάπαυστα, χάνεις ειρμό και νόημα, (γιατί πολλές φορές μιλάμε μόνο και μόνο για να κρύψουμε αυτά που πραγματικά πιστεύουμε ή θέλουμε να πούμε) κι εκείνος απλώς σε κοιτάζει στα μάτια. Η σιωπή αφήνει λιγότερα περιθώρια άμυνας. Ένα βλέμμα αρκεί για να σε φέρει αντιμέτωπο με τον εαυτό σου – και αυτό, συνήθως, είναι πιο τρομακτικό από κάθε λόγο.

Πιστεύετε ότι σήμερα έχουμε όλοι ανάγκη τη δική μας «Βουργουνδία» για να ασκήσουμε όσα έχουμε μάθει;

Ε ναι. Κάπου θέλουμε και εμείς να είμαστε αφεντικά – έτσι δεν είναι; Το θέμα είναι ότι αυτή η ανάγκη σπάνια μας φαίνεται πρόβλημα. Συνήθως τη θεωρούμε δικαίωμα.

Πόσο βίαιη είναι η ανάγκη μας να κάνουμε τον Άλλον να μας μοιάσει;

Είναι πολύ πιο βίαιη απ’ όσο θέλουμε να παραδεχτούμε. Ιδίως όταν ο άλλος δεν χωράει εύκολα στην εικόνα που έχουμε για το «κανονικό» ή το «αποδεκτό». Όταν δεν είναι το «καλό» και «υπάκουο» παιδί. Τότε η απαίτηση να μας μοιάσει βαφτίζεται εκπαίδευση, ένταξη, πρόοδος – και η βία γίνεται αόρατη. Το ίδιο συμβαίνει και σε συλλογικό επίπεδο. Είναι σχεδόν ειρωνικό να μιλάμε για αυτό στη σημερινή εποχή, μετά την παγκοσμιοποίηση, όταν βλέπουμε πόσο έντονα επιστρέφει η ανάγκη για ομοιομορφία. Όταν αυτή δεν έρχεται από μόνη της, οι πιο ισχυροί αυξάνουν τον δείκτη της βίας για να την επιβάλουν. Αλλά ακόμη κι εμείς οι ίδιοι συμμετέχουμε σε αυτό. Εκφράζουμε με ευκολία άποψη για κόσμους που δεν γνωρίζουμε –όπως, για παράδειγμα, για τον μουσουλμανικό κόσμο– βασισμένοι αποκλειστικά στα δικά μας ήθη και μέτρα. Κι αυτή η σιγουριά κρύβει συχνά μια μορφή βίας που δεν θέλουμε να βλέπουμε.

Σήμερα, ποιοι είναι οι «άσχημοι» που δεν χωρούν στα παλάτια μας;

Κάποτε κάποια παλάτια δεν χωρούσαν συγκεκριμένους ανθρώπους: μαύρους, ομοφυλόφιλους, αριστερούς, χοντρούς, Ασιάτες, Εβραίους, άσχημους, γυναίκες, γυναίκες με φωνή. Σήμερα υπάρχουν πολλά παλάτια, πολλές Βουργουνδίες, και σε καθεμία δεν χωράει κάποιος άλλος, οι παραπάνω ίσως – ή και οι αντίστροφοί τους. Έτσι οι άσχημοι είναι πια πάρα πολλοί, αλλά σπάνια βρίσκονται μαζί. Η εξουσία έμαθε να κατηγοριοποιεί, να χωρίζει, να διασπείρει. Υπάρχουν πολλοί μεμονωμένοι αποκλεισμοί, αλλά ποτέ ένα συλλογικό σώμα. Δεν συγκροτείται λαός. Δεν μένει σχεδόν κανείς να αναλάβει αυτόν τον ρόλο. Να αντιδράσει, να εξεγερθεί, να γκρεμίσει κάτι. Ίσως αυτό να είναι το πιο έξυπνο επίτευγμα της σύγχρονης εξουσίας: πολλά παλάτια και ελάχιστη κοινή εμπειρία.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.