Τι μνήμες κουβαλά ένα εορταστικό τραπέζι…; Μια ιδιαίτερη έκθεση στο Μουσείο Σιτηρών και Αλεύρων της Λάρισας αποκαλύπτει αυτά που έχουν καταγραφεί μέσα μας από τα εορταστικά γεύματα της ζωής μας. Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Φώτα, τα γιορτινά τραπέζια εγγράφονται στη μνήμη ως συναίσθημα, ως τελετουργία και ως συμπόσιο.  Μοναδικά τεκμήρια, όπως παλαιά σερβίτσια ή σκεύη προετοιμασίας φαγητού, αλλά και οπτικοακουστικό υλικό με μαρτυρίες καθημερινών ανθρώπων που διηγούνται τις μνήμες, τις μυρωδιές, τις γεύσεις από τα εορταστικά τραπέζια της ζωής τους αναδεικνύονται μέσα από την ιδιαίτερη έκθεση.

«Η ιδέα ξεκίνησε πριν από ένα χρόνο όταν μπήκα σε ένα εφημερεύον φαρμακείο για να αγοράσω κάτι», λέει στα ΝΕΑ η επιμελήτρια της έκθεσης Κωνσταντίνα Κόντσα. «Καθώς περίμενα τη σειρά μου, είδα ένα αφρόλουτρο με άρωμα… κουραμπιέ. Και τότε σκέφτηκα πως αυτές οι μυρωδιές που έχουν μια συγκεκριμένη σημειολογία και προκαλούν συνειρμούς αποτελούν ένα πεδίο που το εμπόριο πλέον αξιοποιεί, όμως για τις ανθρωπιστικές επιστήμες είναι ένα πεδίο σχεδόν αχαρτογράφητο. Έτσι, αποφασίσαμε φέτος να διοργανώσουμε αυτήν την έκθεση. Τα Χριστούγεννα αλλά και τις γιορτές που ακολουθούν το φαγητό παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Τρώμε διαφορετικές τροφές, τροφές που είναι μαγειρεμένες με φροντίδα, φαγητά στα οποία είναι εγκιβωτισμένα το νοιάξιμο και η σοφία, φαγητά που τα τρώμε μόνο μια φορά το χρόνο, που έχουν διαφορετική προετοιμασία. Στα τραπέζια αυτά τρώμε όλοι μαζί και τρώμε καλά. Η κορυφή των εορταστικών γευμάτων είναι το χριστουγεννιάτικο τραπέζι όπου τα φαγητά «φοράνε τα καλά τους», εξηγεί.

 Μέσα σε αυτήν την ατμόσφαιρα ξετυλίγονται προσωπικές διαδρομές, αισθήσεις και βιώματα από τα εορταστικά τραπέζια της δεκαετίας του ΄50, του 60 αλλά και νεότερων χρόνων. Πορσελάνινα σερβίτσια ευρωπαϊκών οίκων που στολίζουν τα τραπέζια μόνο μία φορά το χρόνο, οικιακά σκεύη όπως ο μύλος με τον οποίο έτριβαν τα αμύγδαλα για το μπακλαβά και το κανταΐφι- κατεξοχήν Χριστουγεννιάτικα γλυκά στη Θεσσαλία- , ένα σιροπόμετρο, ένα χαβάνι, σίτες, η τελετουργική διαδικασία σφαγής του χοιρινού, που συνδέεται με τη θυσία για τον εξευμενισμό των δαιμόνων εν αναμονή του νέου έτους και κυρίως άυλα εκθέματα, οι αναμνήσεις των ανθρώπων που καταθέτουν τις εμπειρίες τους, τις γεύσεις, τα συναισθήματα και τις εικόνες τους, πρωταγωνιστούν στο χώρο. Στην έκθεση, η οποία διοργανώνεται από το Μουσείο Σιτηρών και Αλεύρων και την Αντιδημαρχία Πολιτισμού του Δήμου Λαρισαίων και η οποία θα διαρκέσει μέχρι τις 13 Ιανουαρίου, έχει στηθεί ειδικός χώρος που παραπέμπει σε τραπεζαρία, όπου οι επισκέπτες καλούνται να καταγράψουν και τις δικές τους βιωμένες ιστορίες ώστε να δημιουργηθεί ένα αρχείο μνήμης των αισθήσεων.
    «Η λαογράφος και πανεπιστημιακός, Άλκη Κυριακίδου- Νέστορος, έχει γράψει ότι το φαγητό είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στους ανθρώπους», λέει η Κωνσταντίνα Κόντσα. «Το νόημα της λογικής των Χριστουγέννων είναι η μετάβαση, από την καθημερινότητά στο επίσημο και από την εγκράτεια στην ευωχία και όλο αυτό άρρηκτα συνδεμένο με το θρησκευτικό πλαίσιο και με τις εθιμικές πρακτικές της κοινωνίας», προσθέτει.  Κάπως έτσι τα εορταστικά τραπέζια γίνονται τόποι μνήμης, με συλλογικό χαρακτήρα, και συνεκτικός δεσμός από γενιά σε γενιά….
«Την μυρωδιά την έχω ακόμα στην μύτη μου της τσίκνας του σαρμά και της κοτόσουπας που έβραζε στην σόμπα!»
Η Συρμούλα Νασίκα Τσιούμα γεννήθηκε το 1949 με καταγωγή από τη Σμίξη Γρεβενών. Στην έκθεση αφηγείται μια ιστορία από την παιδική της ηλικία, στη δεκαετία του 1950. «Στη Σκίππη. μέναμε στα Σάλια, σε μια μονοκατοικία με αυλή μπρος και πίσω. Κάθε Χριστούγεννα σφάζαμε ένα γουρούνι, που το είχαμε από πριν στην αυλή και το ταϊζαμε. Δεν το κρατούσαμε πολύ καιρό να μην το αγαπήσουμε. Άμα θα δενόμασταν με το γουρούνι, δεν θα το τρώγαμε μετά όταν το σφάζαμε. Γι’ αυτό και το κρατούσαμε στην αυλή για λίγο καιρό. Την παραμονή των Χριστουγέννων το έσφαζε ο πατέρας μου με τους γείτονες κι ήταν δύσκολη δουλειά. Για μας τα παιδιά, χαρά! Πολλές ετοιμασίες μετά. Έπαιρναν το κρέας κι η μάνα μου ένα μέρος το μαγείρευε και το έκανε σαρμάδες για το τραπέζι των Χριστουγέννων. Το υπόλοιπο κρέας το έφτιαχναν λουκάνικα για όλη την χρονιά. Αφαιρούσαν το λίπος από το παχύ μέρος του χοιρινού, βάζαμε ένα σκοινάκι, το παγώναμε και μετά τα κρεμούσαμε κι αυτό ήταν σαν βούτυρο για όλο τον χρόνο και το βάζαμε  για τις πίτες και τα φαγητά. Μετά από τόση νηστεία, λαχταρούσαμε τα φαγητά της πρώτης μέρας των Χριστουγέννων. Κι όλη τη νύχτα της Παραμονής σιγόβραζε η κοτόσουπα πάνω στη σόμπα κι εγώ δεν μπορούσα να κοιμηθώ από την πείνα καθώς το σπίτι μοσχοβολούσε και θα την τρώγαμε, μετά την εκκλησία το πρωί. Την μυρωδιά την έχω ακόμα στη μύτη μου της τσίκνας του σαρμά και της κοτόπουπας που έβραζε στην σόμπα!»
Όπως εξηγεί η επιμελήτρια της έκθεσης, Κωνσταντίνα Κόντσα, «μεταπολεμικά, σε συνοικίες γύρω από το κέντρο της Λάρισας, στις μονοκατοικίες με αυλές, οι ιδιοκτήτες  εξέτρεφαν ένα γουρούνι  για να το σφάξουν την παραμονή των Χριστουγέννων. Τα χοιροσφάγια, ένα πανελλαδικό έθιμο της αγροτικής υπαίθρου αλλά και των πόλεων ονομάζεται «γουρουνοχαρά» στη Θεσσαλία. Πρόκειται για μια αιματηρή θυσία που αποβλέπει  στον εξευμενισμό του δαίμονα, μία τελετουργία για τη διασφάλιση της καλής χρονιάς αλλά  και του κρέατος και λίπους για όλο το έτος. «Στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι», συνεχίζει η κα Κόντσα, «υπήρχε πάντα κάτι χοιρινό που συνδέεται με το έθιμο αυτό. Οι σαρμάδες ή γιαπράκια είναι λαχανοντολμάδες με γέμιση από χοιρινό κρέας και ρύζι κι είναι τυλιγμένοι σε φύλλα από λάχανο τουρσί, τα οποία συμβολίζουν τα σπάργανα του νεογέννητου βρέφους, γι’ αυτό και συνηθίζεται με τοπικές παραλλαγές σε πολλά μέρη.  Οι νοικοκυρές στη Λάρισα τα έφτιαχναν μέρες πριν σε χάλκινες κατσαρόλες και τα διατηρούσαν σ’ ένα κρύο δωμάτιο του σπιτιού, συνήθως στο σαλόνι που άνοιγε λίγες φορές το χρόνο».
«Τρώγεται γλυκιά η κρεατόπιτα της Πρωτοχρονιάς;»
            Στη Θεσσαλία η βασιλόπιτα είναι συνήθως πίτα με φύλλο και γέμιση από κρέας, πράσο, αυγό και σε ορισμένες περιοχές τραχανά ή ρύζι με το φλουρί να ανακατεύεται στη γέμιση. Στην γλυκιά της εκδοχή, με την μορφή του κέικ είναι ένας νεωτερισμός που καθιερώνεται στα αστικά νοικοκυριά μεταπολεμικά, ενώ αργότερα αγοράζεται έτοιμη.
    Η Ελένη Δημόκα, γεννημένη το 1954 στην Λάρισα με καταγωγή από τα Αμπελάκια, αφηγείται μια ανάμνηση από το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι του 1992.
   «Ήταν παραμονή Πρωτοχρονιάς, η κόρη μου ήταν πολύ μωρό και την είχα αγκαλιά όταν ξεκίνησα να φτιάχνω την κρεατόπιτα για το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι, όπως την φτιάχναμε στα Αμπελάκια με κρέατα διαφόρων ειδών, ψιλοκομμένα με αλάτι., αυγά και φύλλα ανοιγμένα. Ο άντρας μου, Μίμης Χαλκιάς μου είχε ζητήσει να μάθω να φτιάχνω μερικά φαγητά της οκογένειάς του. Τότε με πλησίασε και μου λέει:
–   Γλυκιά να την κάνεις. Να βάλεις ζάχαρη!
–   Τρώγεται γλυκιά η κρεατόπιτα…; ρωτάω εγώ όλο απορία. Βασιλόπιτα με ζάχαρη; Δεν θα φάμε μπακλαβά, ε;
Γέλασε και μου είπε να πάρω την αδελφή του, να μου πει τη συνταγή. Παίρνω την Χρύσα και μου λέει ότι, όταν θα φτιάξω τα κρέατα, τα οποία κρέατα ήταν μόνο χοιρινό και αρνάκι, ενώ εμείς βάζαμε και λίγο μοσχάρι βρασμένο από πριν και λίγο κοτόπουλο μέσα, θα βάλω σταφίδα ψιλοκομμένη, αμύγδαλα φιλέ, κουκουνάρι, κανέλλα και τρεις γεμάτες κουταλιές ζάχαρη! Εκεί άνοιξα τα μάτια μου! Και τότε είπα στον εαυτό μου: «Πάει φέτος, δεν έχουμε βασιλόπιτα! Σώπα και φτιάξε!». Μου είπε ακόμη να έχω δίπλα ένα πιάτο με ζάχαρη και κανέλλα για να το απλώνεις ανάμεσα στα φύλλα, ειδικά κάτω και απάνω, στο τελευταίο φύλλο. Την έκανα. Για καλό και για κακό, είχα κρατήσει λίγη κρεατόπιτα στην άκρη σ ένα μικρό ταψάκι, τουλάχιστον να χουμε και κάτι να φάμε αν δεν πάει καλά!», λέει γελώντας.
            «Βγήκε ένα πράγμα καταπληκτικό! Και μετά έμαθα την ιστορία. Ο πεθερός μου,  Γιάννης Χαλκιάς, ήταν βιομήχανος πριν τον πόλεμο, είχε κληρονομήσει ένα εργοστάσιο. Όταν κι άλλοι βιομήχανοι χρειάζονταν πράγματα, συνεταιρίζονταν κατά κάποιον τρόπο κι έδιναν χρήματα και παραγγελίες και πήγαινε ένας τους εκ περιτροπής κάθε φορά. Προφανώς από κει έφερναν και συνταγές από διάφορα φαγητά που τους άρεσαν. Αυτή λοιπόν την πίτα την γλυκιά την φτιάχνω μέχρι σήμερα. Η δική μου συνταγή έχει εξαφανιστεί».
«Η κασταλαή, τα μελομακάρονα και το ταψί!»
 
            Η Μαίρη Σκένδρου – Παπαθανασιάδη έζησε τα παιδικά της χρόνια στο κέντρο της Λάρισας, στην οδό Παναγούλη 6, τη δεκαετία του 1950. Μιλά για τα μελομακάρονα ένα γλυκό της νηστείας που προμήνυε τον ερχομό των Χριστουγέννων μαζί με τον μπακλαβά, το κανταϊφι και τα σαραγλί. «Μελομακάρονα φτιάχναμε πάντα στο σπίτι, τα έφτιαχνε η μάνα μας με το χέρι. Δεν είχαμε, θέλω να πω μίξερ. Με θυμάμαι να ανακατεύω τη ζύμη με το χέρι, μαζί με την αδελφή μου. Στη ζύμη, όπως και σ΄άλλα γλυκά, για να φουσκώσουν -αντί για σόδα- βάζαμε κασταλαή, δηλαδή σταχτόνερο φιλτραρισμένο με τουλπάνι (τούλι). Αφού πλάθαμε τα μελομακάρονα, τα βάζαμε σε λαμαρίνα και κάποιος έπρεπε να τα πάει στον φούρνο  που ήταν στην οδό Ασκληπιού, κοντά στο σπίτι μας. Και τότε άρχιζε ο καυγάς ανάμεσα σ’ εμένα και την αδελφή μου. Γιατί καμιά δεν ήθελε να διασχίσει το κέντρο της Λάρισας μ΄  ένα ταψί μελομακάρονα!»
Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.