Τον περασμένο Ιούνιο ο Τόνι Σβαρτς καθόταν ένα βράδυ μπροστά στο κομπιούτερ του όταν είδε την είδηση της ημέρας: ο Ντόναλντ Τραμπ είχε ανακοινώσει την υποψηφιότητά του για την προεδρία. Καθώς ο Σβαρτς παρακολουθούσε το βίντεο με την ομιλία του αισθάνθηκε εν μέρει υπεύθυνος.
Ο Τραμπ μιλούσε σε πλήθος που είχε συγκεντρωθεί στην είσοδο του Τραμπ Τάουερ, περιγράφοντας τα ταλέντα του: «Χρειαζόμαστε έναν ηγέτη που έγραψε το βιβλίο “Η τέχνη της συμφωνίας”». Αν ίσχυε αυτό, σκέφτηκε ο Σβαρτς, τότε ο ίδιος και όχι ο Τραμπ θα έπρεπε να είναι υποψήφιος. Ο Σβαρτς έγραψε γρήγορα ένα tweet: «Χίλια ευχαριστώ Ντόναλντ Τραμπ για την πρόταση να διεκδικήσω την προεδρία, με δεδομένο ότι εγώ έγραψα την “Τέχνη της συμφωνίας”».
Ο Τόνι Σβαρτς ήταν εκείνος που έγραψε το βιβλίο που κυκλοφόρησε ο Τραμπ το 1987, ήταν δηλαδή ο ghostwriter, ο συγγραφέας-φάντασμα όπως συνηθίζεται να αποκαλείται εκείνος που γράφει το βιβλίο για κάποιον διάσημο ο οποίος αργότερα οικειοποιείται τη συγγραφή. Τα ονόματά τους μπήκαν δίπλα δίπλα στο εξώφυλλο της βιογραφίας του Τραμπ, πήρε τα μισά από τις 500.000 δολάρια που ήταν η προκαταβολή για το βιβλίο και τα μισά από τα κέρδη. Το βιβλίο γνώρισε αναπάντεχη επιτυχία, έμεινε 48 εβδομάδες στη λίστα των ευπώλητων των «Times», εκ των οποίων τις 13 στην πρώτη θέση. Πουλήθηκαν περισσότερα από ένα εκατομμύριο αντίτυπα, τα οποία απέφεραν κέρδη αρκετών εκατομμυρίων δολαρίων. Το βιβλίο έκανε γνωστό τον Τραμπ πέραν της Νέας Υόρκης και τον μετέτρεψε σε εμβληματικό επιχειρηματία. Ο Εντουαρντ Κόσνερ, πρώην διευθυντής του περιοδικού «New York» στο οποίο ο Σβαρτς εργαζόταν τότε, λέει: «Ο Τόνι δημιούργησε τον Τραμπ. Είναι ο δρ Φρανκενστάιν».
Τα ψεύδη και ο ψυχοπαθής
Στα τέλη του 1985 ο Σβαρτς πέρασε 18 μήνες μαζί με τον Τραμπ –στο γραφείο του, στο ελικόπτερο, σε επαγγελματικές συναντήσεις και Σαββατοκύριακα τόσο στο διαμέρισμά του στο Μανχάταν όσο και στην έπαυλή του στη Φλόριδα. Ο Σβαρτς αισθάνθηκε ότι τον γνώρισε καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον πέραν της οικογενείας του. Μέχρι τη στιγμή που έστειλε το tweet, ο Σβαρτς δεν είχε μιλήσει δημοσίως για τον Τραμπ επί δεκαετίες. Ομως καθώς παρακολουθούσε την ομιλία του, διαπίστωσε κάτι περίεργο: με το πέρασμα των ετών ο Τραμπ είχε πείσει τον εαυτό του ότι είχε γράψει το βιβλίο ο ίδιος. Και ο Σβαρτς σκέφτηκε: «Εάν μπορεί να πει από την πρώτη μέρα ψέματα –και για κάτι που τόσο εύκολα διαψεύδεται –είναι πιθανό να πει ψέματα και για όλα τα άλλα».
Πριν από έναν χρόνο τίποτα δεν έδειχνε ότι η εκστρατεία του Τραμπ θα στεφθεί με επιτυχία και έτσι ο Σβαρτς σκέφθηκε ότι δεν χρειάζεται να ανησυχεί. Ομως καθώς ο Τραμπ άρχισε να αποκαλεί τους μεξικανούς μετανάστες «βιαστές», αισθάνθηκε ανήσυχος. Σκέφθηκε ότι πολλοί Αμερικανοί έβλεπαν τον Τραμπ ως έναν χαριτωμένο επιχειρηματία με αλάνθαστο ένστικτο –έναν μύθο στη δημιουργία του οποίου είχε συμβάλει και ο Σβαρτς. Τους επόμενους μήνες καθώς ο νεοϋορκέζος μεγιστάνας μετατράπηκε στο φαβορί για το ρεπουμπλικανικό χρίσμα ο Σβαρτς σκέφτηκε ότι πρέπει να βάλει τα πράγματα στη θέση τους –για έναν άνθρωπο που θεωρούσε παθολογικά παρορμητικό και εγωκεντρικό. Επειτα από πολλή σκέψη αποφάσισε να δώσει μια συνέντευξη στο περιοδικό «New Yorker». «Εβαλα κραγιόν σε ένα γουρούνι» είπε. «Αισθάνομαι βαθιά μεταμέλεια για το ότι συνέβαλα στο να παρουσιασθεί ο Τραμπ με έναν τρόπο που συγκέντρωσε πάνω του την προσοχή και τον έκανε πιο γοητευτικό από ό,τι είναι. Πιστεύω πραγματικά ότι εάν ο Τραμπ κερδίσει τις εκλογές και πάρει στα χέρια του τους κωδικούς για τα πυρηνικά, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μας οδηγήσει στο τέλος του πολιτισμού». Εάν έγραφε σήμερα την «Τέχνη της συμφωνίας», λέει ο Σβαρτς, θα ήταν ένα διαφορετικό βιβλίο με πολύ διαφορετικό τίτλο: «Ο ψυχοπαθής».
«Είχα ανάγκη τα χρήματα»
Η ιδέα να γράψει ο Τραμπ την αυτοβιογραφία του ανήκει στον Σι Νιουχάουζ, ιδιοκτήτη των εκδόσεων Advance, στις οποίες εκείνη την εποχή ανήκε και ο εκδοτικός οίκος Random House. Του Τραμπ του άρεσε η ιδέα, του άρεσε και το μισό εκατομμύριο δολάρια προκαταβολή, του άρεσε και το εξώφυλλο: μια φωτογραφία του σε ηρωικό στυλ. Για το μόνο στο οποίο διαφώνησε ήταν το μέγεθος του ονόματός του: «Παρακαλώ, γράψτε με πιο μεγάλα γράμματα το όνομά μου» ζήτησε. Ο Σβαρτς τον γνώριζε. Το 1985 είχε γράψει ένα ρεπορτάζ για τον επιχειρηματία στο οποίο ανέφερε πως ο Τραμπ προσπαθούσε, ανεπιτυχώς, να εκδιώξει από κτίρια της ιδιοκτησίας του ενοίκους που είχαν συμβόλαια για χαμηλά ενοίκια. Το άρθρο δεν ήταν διόλου κολακευτικό, όμως προς μεγάλη έκπληξη του Σβαρτς ο Τραμπ το λάτρεψε τόσο πολύ ώστε το κορνιζάρισε στο γραφείο του.
«Σοκαρίστηκα» λέει σήμερα ο Σβαρτς. «Ο Τραμπ δεν ταίριαζε με κανένα μοντέλο ανθρώπου που γνώριζα. Ηταν παθιασμένος με τη δημοσιότητα και δεν τον ένοιαζε τι έγραφες για εκείνον. Ο Τραμπ έχει μόνο δύο θέσεις. Είτε είσαι χαμένο κορμί, ψεύτης κ.λπ. είτε είσαι σπουδαίος. Εγώ μπήκα στη δεύτερη κατηγορία. Ηθελε να τον θεωρούν σκληρό, οπότε κάθε εξώφυλλο, ακόμα και τα αρνητικά, τον ενθουσίαζαν». Κάπως έτσι συμφώνησαν να αναλάβει ο Σβαρτς την αυτοβιογραφία του Ντόναλντ Τραμπ. Εναντι αδράς αμοιβής. «Το ξέρω ότι ξεπουλήθηκα» παραδέχεται ο συγγραφέας. «Δεν συμφωνούσα σε τίποτα με τον Τραμπ αλλά είχα ανάγκη τα χρήματα και νόμιζα ότι θα ήταν εύκολη δουλειά».
Η διάσπασητης προσοχής
Ο Σβαρτς, πράγματι, είχε κάτι απλό στο μυαλό του: θα περιέγραφε 5-6 από τις μεγαλύτερες συμφωνίες του Τραμπ στον τομέα των ακινήτων, θα πετούσε κάποια τσιτάτα για το πώς να επιτύχεις στις μπίζνες και θα τα συμπλήρωνε όλα αυτά με την ιστορία της ζωής τού Ντόναλντ. Σκόπευε να κάνει μια σειρά από συνεντεύξεις με τον Τραμπ κάθε Σάββατο πρωί. Η πρώτη δεν πήγε όπως ήλπιζε. Ο Τραμπ τον ξενάγησε στο χρυσοποίκιλτο διαμέρισμά του στη Νέα Υόρκη και κατόπιν άρχισαν να συζητούν. Μόνο τότε ο Σβαρτς διαπίστωσε ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του Τραμπ: «Δεν μπορεί να κρατήσει συγκεντρωμένη την προσοχή του σε κάτι για περισσότερο από μερικά λεπτά». Δεν θυμόταν κανένα περιστατικό από τα παιδικά του χρόνια, έδειχνε ξεκάθαρα ότι βαριόταν και σε λίγο του είπε πως έπρεπε να σταματήσουν. Το μοτίβο αυτό συνεχίσθηκε. «Δεν μπορώ να φανταστώ τι θα γίνει στο μέλλον», λέει σήμερα ο Σβαρτς, «εάν χρειαστεί να τον ενημερώσουν για κάποια κρίση».
Και δεν είναι μόνο αυτό. Ο Σβαρτς πιστεύει πως η έλλειψη συγκέντρωσης του Τραμπ τον έχει αφήσει με «επιφανειακές γνώσεις και πλήρη άγνοια. Γι’ αυτό ενημερώνεται από την τηλεόραση. Αμφιβάλλω εάν ο Τραμπ έχει διαβάσει ποτέ ολόκληρο βιβλίο», προσθέτει, παρατηρώντας ότι στους 18 μήνες που έγραφε τη βιογραφία του επιχειρηματία δεν είδε ποτέ ένα βιβλίο, ούτε στα χέρια του ούτε στο γραφείο ούτε καν στο διαμέρισμά του. Βέβαια η πρώτη σύζυγος του Ντόναλντ, η Ιβάνα, είχε αναφέρει πως ο Ντόναλντ είχε στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι του μια συλλογή με ομιλίες του Χίτλερ με τίτλο «Η Νέα μου Τάξη», δώρο κάποιου φίλου του.
Ο αυτοκράτορας του κόσμου
Ο Σβαρτς προσπάθησε να «παγιδεύσει» τον Τραμπ στην έπαυλη στη Φλόριδα όπου είχε περισσότερο ελεύθερο χρόνο, όμως έπειτα από κάποιες ερωτήσεις ο Τραμπ εξεμάνη και του ανακοίνωσε ότι βαρέθηκε να απαντάει. Τελικά, η μόνη λύση που βρέθηκε ήταν να ακολουθεί παντού τον Τραμπ και να ακούει τις συνομιλίες του, ακόμα και τις τηλεφωνικές. «Επαιζε με τον κόσμο» αφηγείται ο Σβαρτς. «Κολάκευε, απειλούσε, εκφόβιζε και κάποιες φορές θύμωνε, όλα όμως μελετημένα. Και τελείωνε πάντα λέγοντας στον συνομιλητή του: Είσαι ο καλύτερος»! Ο Τραμπ, σύμφωνα με τον συγγραφέα, παρέμενε ίδιος είτε μιλούσε επαγγελματικά είτε προσωπικά. «Μία είναι η ανάγκη του» διαπιστώνει. «Ολη του η ζωή έχει έναν στόχο: να τραβήξει την προσοχή του κοινού». Το κάνει επί πολλά χρόνια και διαρκώς «χρειάζεται να αυξήσει τη δόση. Το μόνο που του έμενε πλέον ήταν να διεκδικήσει την προεδρία. Εάν μπορούσε να γίνει αυτοκράτορας του κόσμου θα το έκανε».
Υπάρχει και ένα άλλο ενδιαφέρον χαρακτηριστικό. «Το να λέει ψέματα είναι δεύτερη φύση για τον Τραμπ» παρατηρεί ο Σβαρτς. «Περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον έχω συναντήσει, ο Τραμπ έχει την ικανότητα να πείθει τον εαυτό του πως ό,τι λέει εκείνη τη στιγμή είναι αλήθεια, περίπου αλήθεια, ή θα έπρεπε να είναι αλήθεια. Ψεύδεται διαρκώς. Και δεν αισθάνεται καθόλου άσχημα γι’ αυτό. Ψεύδεται για τα πάντα: από το πόσο αγόρασε ένα ρολόι έως για τα “μεγάλα κέρδη” ενός καζίνου που ήδη βρίσκεται σε πορεία πτώχευσης».
Οι μεγάλες αναλήθειες
Δύο είναι οι μεγάλες αναλήθειες που γράφτηκαν στο βιβλίο «Τέχνη της συμφωνίας». Ο Τραμπ ισχυρίζεται ότι είναι αυτοδημιούργητος ενώ στην πραγματικότητα ο πατέρας του Φρεντ είχε αγοράσει πολλά διαμερίσματα στη Νέα Υόρκη τα οποία όταν πέθανε το 2003 τα πούλησαν τα παιδιά του και μοιράστηκαν πάνω από μισό δισεκατομμύριο δολάρια. Ο άλλος μύθος που προσπάθησε να αναπτύξει στην αυτοβιογραφία του ο Τραμπ ήταν ότι όλες τους οι εμπορικές συναλλαγές ήταν τέλειες –κάτι που απέχει πολύ από την αλήθεια, μιας και ήδη στα τέλη της δεκαετίες του ’80 ο Τραμπ χρωστούσε στους δανειστές του περίπου 300 εκατομμύρια δολάρια περισσότερα από όσο άξιζαν τα περιουσιακά του στοιχεία.
Οταν πια κυκλοφόρησε το βιβλίο, το 1987, ο Σβαρτς είχε αποστασιοποιηθεί από τον Τραμπ και αρνήθηκε όταν εκείνος του πρότεινε να γράψουν έναν δεύτερο τόμο της αυτοβιογραφίας του. Μάλιστα πλέον ο Σβαρτς παραχωρεί όλα τα κέρδη από την «Τέχνη της συμφωνίας» στο Εθνικό Νομικό Κέντρο για τη Μετανάστευση, στο Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και άλλες παρόμοιες οργανώσεις. Οπως ήταν αναμενόμενο, ο Τραμπ ενοχλήθηκε από τη συνέντευξη του Σβαρτς στο «New Yorker» και μέσω δικηγόρου του ζήτησε πίσω όλα τα κέρδη που έχει λάβει ο συγγραφέας για το βιβλίο. «Αναμενόμενο», λέει ο Σβαρτς. «Θα με εξέπληττε αν έκανε οτιδήποτε άλλο…».