Συστηματικά δεχόταν επιθετικότητα μέσω Διαδικτύου από τους συμμαθητές της, κυρίως λόγω της καταγωγής της. Για την αλλοδαπή μαθήτρια το facebook είχε γίνει εφιάλτης, καθώς τα υβριστικά – ρατσιστικά μηνύματα που λάμβανε αυξάνονταν μέρα με τη μέρα. Τελικά, αποφάσισε «μόνη της» να φύγει από το σχολείο.
Η περίπτωση της μαθήτριας, η οποία αναγκάστηκε «οικειοθελώς» να αλλάξει σχολικό περιβάλλον, ήταν μία από τις ιστορίες που συμπεριέλαβε ο Συνήγορος του Πολίτη στην Ειδική Εκθεση για το «φαινόμενο της ρατσιστικής βίας στην Ελλάδα και την αντιμετώπισή του». Μάλιστα, για τα πραγματικά αίτια αυτής της απόφασης της έφηβης οι εκπαιδευτικοί του σχολείου της ενημερώθηκαν, μετά την αποχώρησή της, από άλλους μαθητές.
Σύμφωνα με την Εκθεση, οι ρατσιστικές συμπεριφορές λαμβάνουνδιάφορεςμορφές, «όπως περιφρονητικός λόγος, απειλές, ύβρεις, σωματική βία μέχρι και εκφοβισμό που ασκείται συστηματικά από σωματικά ισχυρότερα πρόσωπα ή ομάδες προς ανίσχυρα πρόσωπα ή ομάδες». Και όσο κι αν γίνονται προσπάθειες ενσωμάτωσης του «διαφορετικού», η προσπάθεια «αποδιδαχής» του ρατσισμού αποδεικνύεται δύσκολη υπόθεση.
Τα περιστατικά ρατσιστικής επίθεσης εντός του σχολείου που φτάνουν στον Συνήγορο του Παιδιού, σε οργανώσεις και φορείς είναι πολύ λίγα συγκριτικά με αυτά που πραγματικά συμβαίνουν. Κι ο λόγος, όπως εξηγείται και στην Ειδική Εκθεση του Συνηγόρου του Πολίτη, είναι ο φόβος των συνεπειών μιας τέτοιας ενέργειας που κάνει τα θύματα ή τον σχολικό περίγυρο να μη μιλούν για τα περιστατικά. «Οι μαθητές προτιμούν να λύσουν τους λογαριασμούς τους μόνοι τους, χωρίς να εμπλέξουν τους ενηλίκους, καθώς δεν τους εμπιστεύονται επαρκώς και θεωρούν ότι μπορεί να περιπλέξουν χειρότερα την κατάσταση» αναφέρεται.
Μπορούμε, όμως, να «ξεμάθουμε» τον ρατσισμό ξεκινώντας από τους μαθητές; «Ο ρατσισμός υπάρχει στα σχολεία μας, όπως και στην κοινωνία. Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, φαίνεται ότι έχουν αυξηθεί οι εντάσεις και οι συγκρούσεις που σχετίζονται και με τις διακρίσεις. Το αίτημα των παιδιών είναι να υπάρξει περισσότερος χρόνος για επικοινωνία στα σχολεία, βιωματικές ομαδικές δραστηριότητες που φέρνουν κοντά τα παιδιά και βοηθούν στο ξεπέρασμα των προκαταλήψεων και των συγκρούσεων και ένας πιο ανθρώπινος και συμμετοχικός χαρακτήρας της σχολικής ζωής. Να τους δώσουμε χώρο, φωνή και αναγνώριση της προσωπικής τους ύπαρξης και αξίας, ώστε να μη νιώθουν ότι ισοπεδώνονται από το εκπαιδευτικό και το κοινωνικό σύστημα. Να νιώσουν ότι η κοινωνία μας και οι ενήλικοι δεν θεωρούν τα παιδιά απλά θύματα της κρίσης, αλλά πρωταγωνιστές και συμμέτοχους στην προσπάθεια διαμόρφωσης μιας κουλτούρας ισότητας και ειρηνικής συνύπαρξης» σημειώνει στα «ΝΕΑ» ο Συνήγορος του Παιδιού Γιώργος Μόσχος.
Η οικογένεια και ο κοινωνικός περίγυρος πάντως, σύμφωνα με τους ειδικούς, μπορεί να παίξουν καθοριστικό ρόλο στην υιοθέτηση ρατσιστικών συμπεριφορών και πεποιθήσεων. Δεν είναι, άλλωστε, λίγες οι φορές που γονείς υιοθετούν ρατσιστικές συμπεριφορές που αντανακλούν άμεσα στο σχολικό πλαίσιο. Ο Συνήγορος του Πολίτη είχε καταγράψει προ δύο ετών την περίπτωση εγγραφής στο7ο και 10ο Δημοτικό Σχολείο Χαλανδρίου μαθητών Ρομά που κατοικούν στην περιοχή του Νομισματοκοπείου. Οι Σύλλογοι Γονέων και Κηδεμόνων, όπως περιγράφεται στην Εκθεση, παρότι αναρμόδιοι, έθεσαν το θέμα της εγγραφής σε ψηφοφορία και σχεδόν ομόφωνα ψήφισαν να μη γίνουν δεκτά στα δύο σχολεία περίπου 25 παιδιά από τον εν λόγω οικισμό. Οι αντιδράσεις, βέβαια, των γονέων κάμφθηκαν μετά τις ενέργειες διαμεσολάβησης των διευθυντών, των σχολικών συμβούλων και των αρμόδιων κοινωνικών υπηρεσιών. Υπάρχει ρατσισμός στα ελληνικά σχολεία; Τα ίδια τα παιδιά απαντούν θετικά. Οπως προκύπτει από τη διαδικτυακή έρευνα που διεξήγαγε ο Συνήγορος του Παιδιού με στόχο να καταγραφεί η γνώμη των μαθητών για το τι συμβαίνει εντός και εκτός της σχολικής αίθουσας, η πλειονότητα των μαθητών που συμμετείχαν, δήλωσε ότι υπάρχει ρατσισμός σε μέτριο βαθμό στο σχολείο τους. Μάλιστα, ο κυριότερος λόγος για τον οποίο κάποια παιδιά συμπεριφέρονται ρατσιστικά, είναι, σύμφωνα με τους μαθητές, το ότι έχουν ανάγκη να νιώσουν σπουδαία και δυνατά. Ως δεύτερο λόγο, οι συμμετέχοντες δήλωσαν τα πρότυπα που έχουν αυτά τα παιδιά από την οικογένεια και το περιβάλλον τους.
Οι απαντήσεις των συμμετεχόντων –οι περισσότεροι μαθητές ήταν ηλικίας άνω των 15 ετών –έδειξαν πως θύματα ρατσιστικών συμπεριφορών γίνονται συνήθως μαθητές με ειδικά χαρακτηριστικά εμφάνισης αλλά και παιδιά από ξένες χώρες, διαφορετικές φυλές ή με διαφορετικό θρήσκευμα. Το ενθαρρυντικό στοιχείο της έρευνας, ωστόσο, είναι ότι οι περισσότεροι μπροστά σε ένα ρατσιστικό περιστατικό αντιδρούν, με το 85% των μαθητών να συμβουλεύει τους ίδιους τους συμμαθητές του να σταματήσουν ή, εφόσον πρόκειται για κάτι σοβαρό, να το αναφέρει σε κάποιον καθηγητή εμπιστοσύνης του. Υπάρχει όμως κι ένα, μικρό μεν, ποσοστό που δηλώνει χαρακτηριστικά πως μπροστά σε ένα ρατσιστικό περιστατικό «κάνει την πάπια».
Οπως εξηγεί η καθηγήτρια Εγκληματολογίας στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου Βάσω Αρτινοπούλου, η βία στον σχολικό χώρο δεν είναι ένα νέο κοινωνικό φαινόμενο. «Η διαφορετική εθνότητα, προέλευση, θρησκεία, σεξουαλική προτίμηση μπορεί να αποτελούν το υπόβαθρο των συγκρούσεων και της ρατσιστικής βίας στο σχολικό περιβάλλον, με εμπλεκομένους όχι μόνο μαθητές αλλά όλους τους παράγοντες της εκπαιδευτικής διαδικασίας».