«Το παραδέχομαι, είμαι τρόφιμος ψυχιατρείου και υπό διαρκή επιτήρηση». Ηταν ο πρώτος χτύπος από «Το τενεκεδένιο ταμπούρλο» του 1959, η αρχή ενός από τα επιδραστικότερα έργα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας (που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1979 από τον Φόλκερ Σλέντορφ κερδίζοντας τον Χρυσό Φοίνικα, εξ ημισείας με το «Αποκάλυψη τώρα!», και το Οσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας). Ενας χτύπος αρκετός για να κατοχυρώσει τον 32χρονο τότε Γκίντερ Γκρας ως τη «φωνή της συνείδησης της μεταπολεμικής Γερμανίας». Οι δυτικογερμανοί καθολικοί σκανδαλίστηκαν από τον συγγραφέα που έβγαζε γλώσσα στις συμβάσεις και έθετε τα δάχτυλά του επί τον τύπον του ιστορικού τραύματος. Μαζί και η Εκκλησία, η οποία πίσω από τις ερωτικές σκηνές του Οσκαρ Ματσεράτ θα καταγγείλει ένα βιβλίο «βλάσφημο και ανήθικο».
Ακόμη κι εκείνος ο χτύπος, ωστόσο, δεν μπορούσε να συγκριθεί με τον εκκωφαντικό ψίθυρο μιας ολόκληρης ζωής που ακούστηκε το καλοκαίρι του 2006. Υπερβαίνοντας σε δραματικότητα όλους τους μυθιστορηματικούς ήρωές του –τον νάνο Οσκαρ, το ψάρι Μπουτ και τους αρουραίους -, ο Γκρας μεταμορφώθηκε από συγγραφέας σε πρωταγωνιστή. Με συνέντευξη στην εφημερίδα «Φρανκφούτερ Αλγκεμάινε» o 78χρονος τότε δημιουργός εκμυστηρεύτηκε ότι σε ηλικία 17 ετών συμμετείχε στις επιχειρήσεις της 10ης Τεθωρακισμένης Μεραρχίας Ες Ες από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Απρίλιο του 1945, οπότε τραυματίστηκε, συνελήφθη από αμερικανούς στρατιώτες και στάλθηκε σε στρατόπεδο αιχμαλώτων (με συγκρατούμενό του μάλιστα τον Γιόζεφ Ράτσινγκερ, μετέπειτα Πάπα Βενέδικτο). «Ηθελα να φύγω μακριά από τα ασφυκτικά όρια του οικογενειακού περιβάλλοντος. Γι’ αυτό και στην ηλικία των 15 ζήτησα να καταταγώ εθελοντής στα υποβρύχια. Αργότερα, το αίσθημα ενοχής με έκανε να ντρέπομαι» θα εξομολογηθεί. Με την κίνηση αυτή θα αποτολμήσει αυτό που ο Χάιντεγκερ θα αποφύγει σε όλη του τη ζωή: να δραπετεύσει από τη σιωπή για το ναζιστικό έγκλημα.
Οι επικριτές του επέμειναν ότι η καθυστερημένη παραδοχή –και πάντως μετά το Νομπέλ Λογοτεχνίας, το 1999 –έθετε ζήτημα αξιοπιστίας. «Ηθική αυτοκτονία» έγραψε η γερμανική «Βελτ». «Υποκριτή» τον χαρακτήρισε ο Κρίστοφερ Χίτσενς. Στις κατηγορίες προστέθηκε και η υποψία ότι η συνέντευξη λειτούργησε σαν διαφημιστικό τρικ για την προώθηση της αυτοβιογραφίας του «Ξεφλουδίζοντας το κρεμμύδι» που κυκλοφόρησε σχεδόν ταυτόχρονα (και τελικά εξαντλήθηκε). Το στοίχημα για την υστεροφημία του Γκρας είναι μεγαλύτερο αντέτεινε μερίδα σχολιαστών. Επιλέγοντας να μιλήσει δημόσια αφαίρεσε τα κρυμμένα ατού από τους επίδοξους ερευνητές οι οποίοι μεθάνε γύρω από τις θυσιαστικές φωτιές των αλλοτινών ειδώλων.
«ΗΘΙΚΟΣ ΚΑΘΟΔΗΓΗΤΗΣ». Ο αντίκτυπος δεν θα ήταν ίσως τόσο μεγάλος στη Γερμανία αν δεν επρόκειτο για τον «ηθικό καθοδηγητή» της, την «ατμομηχανή που εξήγαγε τη λογοτεχνία στο εξωτερικό» σύμφωνα με τον ομότεχνό του Μάρτιν Βάλζερ. Ώς το τέλος της ζωής του ο Γκρας θα κρατήσει για τον εαυτό του τον ρόλο της «αλογόμυγας» που κεντρίζει συνειδήσεις (κατ’ άλλους, βέβαια, δεν παύει να είναι αφόρητα διδακτικός): «Οι συγγραφείς της γενιάς μου ήμασταν τρομοκρατημένοι ώς έναν βαθμό απ’ τον αφορισμό του Αντόρνο ότι είναι βάρβαρο να γράφονται ποιήματα μετά το Αουσβιτς. Κι όμως, δεν μπορούσαμε να παραμείνουμε σιωπηλοί. Νιώθαμε χρέος μας να αποτινάξουμε το βήμα της χήνας (σ.σ.: τον στρατιωτικό βηματισμό των Ναζί)».
Τον προβληματισμό αυτό θα μεταφέρει στο μετέπειτα έργο του έχοντας γνωρίσει από πρώτο χέρι τους ρευστούς καιρούς στους οποίους ενηλικιώνονται οι Ευρωπαίοι της γενιάς του. Γεννημένος το 1927 στην Ελεύθερη Πόλη του Ντάντσιχ (το σημερινό Γκντασκ της Πολωνίας), θα μάθει πολύ γρήγορα το όνομα Χίτλερ και θα προσπαθήσει να βρει τον προσωπικό του βηματισμό σπουδάζοντας γλυπτική και γραφιστική, πρώτα στην Ακαδημία Τεχνών του Ντύσελντορφ και έπειτα στο Βερολίνο. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 θα σταθεί στο πλευρό των Σοσιαλδημοκρατών γράφοντας λόγους για τον Βίλι Μπραντ, με τον οποίο θα διατηρήσει μυστική αλληλογραφία επί 30 χρόνια (το βιβλίο με τις επιστολές κυκλοφόρησε πρόπερσι στη Γερμανία).
Στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου τάσσεται κατά της εγκατάστασης ατομικών πυραύλων στη Γερμανία, ενώ απομακρύνεται από το SPD, την Ακαδημία Τεχνών του Βερολίνου και τη Λουθηρανική Εκκλησία. Είναι πλέον ένας παρεμβατικός συγγραφέας που φημίζεται για τις αντιφάσεις του –υπέρμαχος της κυβέρνησης Κάστρο και των αριστερόστροφων Σαντινίστας στη Νικαράγουα του 1980, θα δηλώσει εχθρός της επανάστασης που προσβλέπει στον «ανθρώπινο σοσιαλισμό».
Την περίοδο 1989-90 η αντίθεσή του στην επανένωση των δύο Γερμανιών σοκάρει καθώς ο Γκρας εκφράζει τον φόβο ότι το ενιαίο κράτος που θα προέκυπτε θα έπεφτε αργά ή γρήγορα στην παγίδα του μιλιταρισμού. Τα επόμενα χρόνια θα ταχθεί ανοιχτά υπέρ του «κοκκινοπράσινου» συνασπισμού μεταξύ του σοσιαλδημοκράτη καγκελάριου Γκέρχαρντ Σρέντερ με τους Πράσινους και θα επικρίνει τη «σταυροφορία» του Τζορτζ Μπους στο Ιράκ (χωρίς πάντως να δηλώσει ποτέ αντιαμερικανός).
Το ταμπούρλο θα ξαναχτυπήσει το 2012 και αυτή τη φορά θα έχει τη μορφή ποιήματος εναντίον της ισραηλινής κυβέρνησης που «απειλεί την παγκόσμια ειρήνη». Ο κορυφαίος γερμανός κριτικός λογοτεχνίας Μαρσέλ Ράιχ Ρανίτσκι –που διαχρονικά θεωρεί τον Γκρας «υπερτιμημένο» –βρίσκει την ευκαιρία να συμπυκνώσει την άποψη πολλών συμπατριωτών του (και απανταχού αναγνωστών): «Ο Γκρας ενδιαφέρεται μονίμως να δημιουργεί θόρυβο, αίσθηση και σκάνδαλα. Με τα ποιήματά του έχει καταφέρει λίγα πράγματα –κι από τα μυθιστορήματά του μόνο ένα θα μείνει πραγματικά εντυπωσιακό, το “Ταμπούρλο”». Είναι στο ίδιο μήκος κύματος με έναν ακόμη μεγάλο Ευρωπαίο, τον Μαξ Φρις, ο οποίος στο «Βερολινέζικο ημερολόγιό» του, που κυκλοφόρησε στη Γερμανία πέρυσι, υπενθυμίζει τη «λαχτάρα του Γκρας για δημοσιότητα».
Ο Γκρας, που πέθανε χθες σε ηλικία 87 ετών σε κλινική του Λούμπεκ, είχε παντρευτεί δύο φορές: την Ανα Σβαρτς το 1954 και την Ούτε Γκρούνερτ το 1979. Συνολικά είχε αποκτήσει έξι παιδιά και είχε αποδεχθεί δύο γιους.

Βιβλία στα ελληνικά

Στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Οδυσσέας «Ο Μπουτ, το ψάρι» (1992), «Δυσοίωνα κοάσματα» (1994), «Ενα ευρύ πεδίο» (1996), «Ο αιώνας μου» (1999), «Ξεφλουδίζοντας το κρεμμύδι» (2007), «Το τενεκεδένιο ταμπούρλο» (2008), «Σαν τον κάβουρα» (2008), «Ιστορίες σκοτεινού θαλάμου» (2009). Από τον Διογένη η «Σκυλίσια χρονιά» (1998), από τη Δωδώνη ο «Κατακλυσμός» (1992) και «Η πρόβα της εξέγερσης των πληβείων» (1995), από τον Καστανιώτη το «Γάτα και ποντίκι» (2012) και από το University Studio Press το «Γράφοντας μετά το Αουσβιτς» (2005).

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.