Η ζωή του λαϊκού τραγουδιστή Γιώργου Σαρρή άλλαξε ριζικά μετά τον Φεβρουάριο του 2007. Την ημέρα που είχε πάει για πρόβα στο Χαϊδάρι και περιμένοντας ταξί τον παρέσυρε αυτοκίνητο που οδηγούσε ένας δεκαεξάχρονος.
«Είχε πάρει τα κλειδιά του αυτοκινήτου του πατέρα του, είχε βγάλει τον προφυλακτήρα για να το κάνει αεροδυναμικό και με έκανε κομμάτια. Εκανα 20 και παραπάνω εγχειρήσεις, πέρασαν τέσσερις μήνες για να αρχίσω να επικοινωνώ. Δεν αναγνώριζα κανέναν, έβλεπα την αδελφή μου τη Χαρούλα Αλεξίου στην τηλεόραση και την άλλη ημέρα δεν τη θυμόμουν. Δεν ήξερα αν θα ξαναπερπατήσω. Πέρασα και τέσσερα χρόνια σε καροτσάκι. Θυμάμαι στο σπίτι της Χαρούλας, στο Λαγονήσι, είχαμε ένα ραδιόφωνο, άκουγα λαϊκά και έπαιρνα στροφές με τα χέρια καθηλωμένος» λέει ο Γιώργος Σαρρής.
Σήμερα, βοηθούμενος από ένα μπαστουνάκι, επιχειρεί τη διακοπή της τόσο μακρινής απουσίας του από το πάλκο κάνοντας μία επανεμφάνιση ύστερα από επτά χρόνια πόνου.
Αδελφός της Χαρούλας Αλεξίου, τραγουδιστής των δεκαετιών ’70 και ’80, έκανε γκραν σουξέ με τις περίφημες «Νταλίκες» («Με τα Φώτα Νυσταγμένα») και συνεργάστηκε με μεγάλους λαϊκούς δημιουργούς. Ο Γιώργος (γεννημένος το 1948 και με επίθετο το Ρουπακάς, το γένος Σαρρή) έζησε όλο το «έργο» του νεότερου τραγουδιού και των μετασχηματισμών της νύχτας καθώς δούλεψε σε μπουάτ της Πλάκας με τον Νίκο Ξυλούρη, σε μεγάλα κέντρα της δεκαετίας του ’80, πλάι στον Ακη Πάνου στο Επειγόντως και στα Εννέα Ογδοα.
«Εγώ ήμουν ο τραγουδιστής της οικογένειας, τραγούδαγε ο πατέρας μου ενώ ο παππούς μου ο Γιάννης έπαιζε λαούτο στα πανηγύρια της Θήβας. Πρωτοδούλεψα το φθινόπωρο του 1973 στο κέντρο Συνείδηση με τον Μπάμπη Τσετίνη».
Μέχρι το 1978 πάντως δεν είχε ακόμη δισκογραφήσει και ο θάνατος της μάνας του θα τον κάνει να αλλάξει ρότα και να ανοίξει ένα μαγαζί με τουριστικά είδη στην Κέρκυρα.
Η ΕΥΚΑΙΡΙΑ. Και όμως, ένα τηλεφώνημα θα αλλάξει τη ζωή του. Ηταν Μάρτιος του 1982. «Με παίρνει ο Χρήστος Νικολόπουλος που τότε έκανε έναν δίσκο με τίτλο “Παίξε Χρήστο επειγόντως” και μου προτείνει να πω ένα τραγούδι που δεν ήθελε να πει κανείς. Είχε δει τη Χαρούλα στην Κολούμπια και την ρώτησε για μένα. Ετσι με πήρε. Είχε μάλιστα σχεδόν ολοκληρωθεί ο δίσκος. Εγώ τότε θα κατέβαινα στην Αθήνα για να πάρω πράγματα για το μαγαζί και έτσι ήλθα. Πέρασε το καλοκαίρι, το φθινόπωρο και τον χειμώνα κατέβηκα σε ένα κέντρο της Συγγρού όπου τραγούδαγε ο Γιώργος Καμπουρίδης. Ξαφνικά ακούω τον Γιώργο να λέει αυτό το τραγούδι. Κάτι μου θύμιζε. Χαμός. Σουξέ μεγάλο» θυμάται ο Γιώργος Σαρρής.
Η ΕΠΙΤΥΧΙΑ. «Είχα παρατήσει το τραγούδι και το ίδιο το τραγούδι με είχε φέρει πίσω». Ηταν τέτοια η επιτυχία του κομματιού τότε που μέχρι κέντρο στο Γαλάτσι ονομάστηκε Νταλίκες. Και ο Νικολόπουλος τον επόμενο δίσκο με τον Σαρρή «Νταλίκες» τον βάφτισε επίσης. Η συνέχεια, πυκνή. Δουλεύει στον Ζυγό με την Αλεξίου, συνεργάζεται με τον Τάκη Σούκα, με τον Τάκη Μουσαφίρη και τελικά με τον Ακη Πάνου. «Τον Ακη τον γνώρισα σε φωνοληψία στην Κολούμπια. Τυχαία από τον φίλο μου Νίκο Παπαδάκη έμαθα για τις εμφανίσεις που οργάνωνε στο κέντρο Επειγόντως με τον Μανώλη Ρασούλη. Πήγα και με φόβο ρώτησα αν ήθελαν κανέναν τραγουδιστή για σεκόντα. Με πήραν». Παρεμπιπτόντως να πούμε πως τότε ο Σαρρής δούλευε στο κέντρο Λίντο με τον Αντύπα. Εφευγε για μιάμιση ώρα, τραγούδαγε στο Επειγόντως και γύριζε στο Λίντο –ακολουθούσε για καιρό αυτό το περίεργο δρομολόγιο. Οταν ο Ακης Πάνου μετακόμισε στην Ξάνθη, ο Σαρρής πήγαινε συχνά προκειμένου να τον πείσει για νέα συνεργασία. Τελικά τα κατάφερε –στο κέντρο Εννέα Ογδοα.
Ο Σαρρής θυμάται τις πιο αστείες ιστορίες του λαϊκού τραγουδιού. Οπως αυτή του λαϊκού συνθέτη Νίκου Καρανικόλα που είχε στο σπίτι του έναν παπαγάλο που… έβριζε και έναν σκύλο ταριχευμένο πάνω στο σερβάν.
Θυμάται κι άλλα πολλά από το πάλκο και τα στούντιο. Ετσι κι αλλιώς, όπως σημειώνει, η ζωή του όλη είναι το τραγούδι και ένας λόγος να πετάξει τώρα το μπαστούνι.
ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΚΗ ΠΑΝΟΥ
«Ρισκάριζε συνέχεια»
«Ο Ακης ήταν απόλυτος» θυμάται ο Γιώργος Σαρρής για τον Ακη Πάνου. «Είχε τη θεωρία του. Εβαζε τους τραγουδιστές στο πάλκο, πίσω από τους μουσικούς. Για έξι μήνες έμενε στην Παλλήνη, στο σπίτι μου. Ηταν άνθρωπος προχωρημένος, το ρισκάριζε συνέχεια. Θυμάμαι πως ήρθε μια τραγουδίστρια τότε και ήθελε δίσκο μαζί του. “Πόσο κοστίζει το αυτοκίνητο σου;” τη ρώτησε. “Κάνει 25 εκατομμύρια” του απάντησε. “Θέλω τρία αυτοκίνητα” της είπε. “Δεν έχω”, του είπε εκείνη, “έχω όμως ένα σπίτι να πουλήσω αν χρειαστεί”. “Μωρή, θα πουλήσεις το σπίτι σου για έναν δίσκο; Φύγε από ‘δώ” της είπε οργισμένος».