Φορτωμένοι με καλούδια της ναξιακής γης παίρνουν το πλοίο της γραμμής και, πριν προλάβει καλά καλά η πρωτεύουσα να «ξυπνήσει», εκείνοι έχουν ήδη αποβιβαστεί στο λιμάνι του Πειραιά. Τερματικός σταθμός τους είναι η πλατεία Ηρώων στου Ψυρή. Εκεί όπου κάθε χρόνο τη Μεγάλη Εβδομάδα κτηνοτρόφοι και τυροκόμοι από το ορεινό Φιλώτι της Νάξου δίνουν ραντεβού με κατοίκους της περιοχής, τυχαίους διαβάτες αλλά και «ψαγμένους» επισκέπτες που σχολαστικά αναζητούν παραδοσιακά προϊόντα για το πασχαλιάτικο τραπέζι τους.
Στους πάγκους των περίπου 50 παραγωγών την τιμητική τους έχουν τα φημισμένα ναξιώτικα τυριά. Από την ξακουστή γραβιέρα και το λεγόμενο «αρσενικό» μέχρι τις παραδοσιακές μυζήθρες, τη φέτα, το ανθότυρο και το κεφαλοτύρι. Από το «μενού» των προϊόντων δεν λείπουν ούτε οι ελιές ούτε η ρακή. Ούτε βέβαια το κατεξοχήν έδεσμα των ημερών –το αρνί ή το κατσίκι –για το οποίο μάλιστα πολλοί κάνουν ουρά παζαρεύοντας μέχρι τέλους την τιμή του.
Οι πρώτες μαρτυρίες τοποθετούν τη «γέννηση» της υπαίθριας αγοράς στα τέλη της δεκαετίες του 1940. Από τα ιστορικά αρχεία του Δημοτικού Συμβουλίου δεν λείπουν οι καταγγελίες για σφαγές ζώων και διαπληκτισμούς ανάμεσα στους κτηνοτρόφους και στους καταστηματάρχες της περιοχής ούτε τα παράπονα των κατοίκων για δυσοσμία και φασαρία. Οι μεγαλύτεροι βέβαια σε ηλικία υποστηρίζουν πως το παζάρι –παρά τα όποια παρατράγουδα –ήταν και εξακολουθεί να είναι ένα καθορισμένο ραντεβού των εμπόρων με τους πελάτες που μήνες πριν δίνουν την παραγγελία τους. Αρκετές δεκαετίες αργότερα το επιβεβαιώνει και ο πρόεδρος της Κτηνοτροφικής Ενωσης Φιλωτιτών.
«Το έθιμο αυτό κρατάει κοντά 60 χρόνια. Η συνοικία του Ψυρή γεμίζει κάθε χρόνο τέτοιες μέρες με κόσμο που αναζητεί ναξιώτικά προϊόντα. Ενα μεγάλο μέρος των πελατών μας είναι Αθηναίοι που δεν έχουν πρόσβαση στο νησί. Υπάρχουν όμως και πολλοί συμπατριώτες μας που πολύ πριν από το Πάσχα δίνουν τη λίστα με τις παραγγελίες τους στους κτηνοτρόφους» διευκρινίζει ο Βασίλης Κρασσάς.
«Για τους Φιλωτίτες βέβαια η υπαίθρια αγορά δεν είναι μια απλή παράδοση. Είναι μια σημαντική οικονομική ανάσα. Πέρυσι δώσαμε περίπου 1.500 αρνιά και περίπου οκτώ τόνους τυρί», υπογραμμίζει ο πρόεδρος των κτηνοτρόφων, που λόγω οικονομικής κρίσης υπόσχεται για τη φετινή διοργάνωση χαμηλές τιμές. «Είναι βέβαια ακόμα νωρίς να μιλάμε για τιμές. Ολα παίζονται μέχρι τη Μεγάλη Τετάρτη, οπότε και θα κατέβουμε στην Αθήνα. Το σίγουρο είναι πως και φέτος τα προϊόντα μας θα είναι προσιτά σε όλα τα βαλάντια».
Το νησιώτικο Γαλάτσι
Οταν στα τέλη της δεκαετίας του 1920 η ζήτηση για σμύριδα (πέτρωμα που υπάρχει σε αφθονία στη Νάξο) μειώθηκε αισθητά, πολλές οικογένειες –κυρίως από τα ορεινά χωριά του νησιού –αναζήτησαν την τύχη τους στον Ρέντη και στο Μοσχάτο. Μερικά χρόνια αργότερα, όταν τα πρώτα νταμάρια που έλιωναν ασβέστη για τις οικοδομές έκαναν την εμφάνιση τους στο Γαλάτσι, το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού μετακινήθηκε για επαγγελματικούς λόγους εκεί. Σήμερα, τόσο το Γαλάτσι όσο και η Ανω Κυψέλη θεωρούνται οι μεγαλύτερες νησίδες Ναξιωτών στην Αθήνα, με το περίπου 30% των μόνιμων κατοίκων τους να έχουν καταγωγή από το κυκλαδίτικο νησί. Υπάρχουν μάλιστα και οκτώ πολιτιστικοί σύλλογοι, ένας ανά κεφαλοχώρι θα έλεγε κανείς, με δεκάδες ενεργά μέλη που διοργανώνουν συναντήσεις τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα.
Σε απόσταση αναπνοής από τις λεωφόρους Βεΐκου και Γαλατσίου βρίσκονται διασκορπισμένα μαγαζιά με παραδοσιακά προϊόντα από τη «μαμά πατρίδα». Η μόνη λύση για λίγο σπιτικό φαγητό από τη νησί, όταν το δρομολόγια ήταν σπάνια ή όταν τα χρήματα δεν έφταναν για ένα σύντομο ταξίδι στη γενέτειρα, λένε οι παλιοί. «Στο Γαλάτσι υπάρχουν περίπου 10 μαγαζιά με παραδοσιακά προϊόντα Νάξου», υποστηρίζει ο Στέφανος Σοϊλές, στο μαγαζί του οποίου μπορεί κανείς να βρει ό,τι τραβά η ψυχή του: από γλυκά του κουταλιού (κεράσι, κυδώνι, πορτοκάλι κ.ά.) και τυριά μέχρι κοκόρια, αρνιά και όσπρια. Ολα κατευθείαν από τη Νάξο. «Τώρα το Πάσχα, βέβαια, ζήτηση έχουν κυρίως τα τυριά (ξινομυζήθρα, αρσενικό, γραβιέρα) και φυσικά τα αμνοερίφια».
Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ιστορία μεγαλύτερη των 30 χρόνων. Οι πελάτες τους δεν είναι μόνο Ναξιώτες της περιοχής αλλά και Αθηναίοι με καταγωγή από κάθε μέρος της Ελλάδας. «Από τον κόσμο δεν έχουμε παράπονο. Μας εμπιστεύονται και στηρίζουν πολύ το τοπικό προϊόν. Το μόνο πρόβλημα είναι η κρίση. Πλέον όλοι ψωνίζουν λιγότερο. Από την άλλη μεριά βέβαια, επειδή έχουν λιγότερα χρήματα στην τσέπη, προτιμούν να αγοράσουν κάτι καλής ποιότητας και να πιάσουν τόπο τα λεφτά τους», σχολιάζει ο Μάρκος Φρατζέσκος, ιδιοκτήτης ενός ακόμη παντοπωλείου στην περιοχή, τονίζοντας πως «σαν τα ναξιώτικα προϊόντα δεν υπάρχει τίποτα».