Σημαντικά βήματα προόδου στην αντιμετώπιση του μεταστατικού μελανώματος έχουν γίνει την τελευταία τριετία, με την βοήθεια νέων φαρμάκων, που στοχεύουν στις μοριακές «υπογραφές» των όγκων ή ενισχύουν το ανοσοποιητικό σύστημα για να τους καταπολεμήσει.
Μέσα σε λιγότερο από τρία χρόνια εγκρίθηκαν τέσσερα νέα φάρμακα για την αντιμετώπισή του, τα οποία παρατείνουν σημαντικά τη ζωή των ασθενών και δίνουν ελπίδες για μακροχρόνια επιβίωση, δίχως υποτροπές.
Την ίδια στιγμή, σε μεγάλες έρευνες του εξωτερικού δοκιμάζονται και άλλα φάρμακα, καθώς και συνδυασμοί των εγκεκριμένων φαρμάκων μεταξύ τους ή με πειραματικά, σε μια προσπάθεια να γίνει «συνδυασμένη επίθεση» εναντίον των καρκινικών όγκων και έτσι να αυξηθούν οι ελπίδες ιάσεως.
Τα ελπιδοφόρα αποτελέσματα όλων αυτών των προσπαθειών ανακοινώθηκαν στις αρχές του καλοκαιριού στο ετήσιο συνέδριο της Αμερικανικής Εταιρείας Κλινικής Ογκολογίας (ASCO) και το φθινόπωρο στο αντίστοιχο ετήσιο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Ιατρικής Ογκολογίας (ESMO).
Σπάνιος, αλλά επικίνδυνος
Το μελάνωμα δεν είναι ο πιο συχνός καρκίνος του δέρματος: αντιπροσωπεύει μόλις το 5-7% του συνόλου των δερματικών καρκίνων. Είναι όμως ο πιο επικίνδυνος τύπος, αφού προκαλεί το 75% των θανάτων από καρκίνο του δέρματος.
Στην Ευρώπη αντιπροσωπεύει ποσοστό έως 3% όλων των κρουσμάτων καρκίνου. Ετησίως καταγράφονται 18.000 νέα περιπτώσεις και 5.000 θάνατοι εξαιτίας του, ενώ στην χώρα μας υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο μαθαίνουν ότι έχουν μελάνωμα 300-400 ασθενείς.
Αν και το μελάνωμα είναι σχεδόν πλήρως ιάσιμο όταν ανιχνευθεί σε αρχικό στάδιο (έχει ποσοστό επιβίωσης που υπερβαίνει το 90%), όταν γίνει αντιληπτό σε προχωρημένο (μεταστατικό) τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα.
Σε γενικές γραμμές, η πρώτη κίνηση μετά τη διάγνωση είναι η χειρουργική αφαίρεσή του, εάν και εφ’ όσον βεβαίως μπορεί να αφαιρεθεί χειρουργικά. Από κει και πέρα, η θεραπεία καθορίζεται με βάση το στάδιο της νόσου.
Τα νέα φάρμακα
Όπως εξηγεί η παθολόγος-ογκολόγος Ελένη Γκόγκα, αναπληρώτρια καθηγήτρια στην Α’ Παθολογική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών στο «Λαϊκό» Νοσοκομείο, για την αντιμετώπιση του μεταστατικού μελανώματος υπήρχαν έως πρότινος μερικά φάρμακα, που όμως δεν έδειχναν να παρατείνουν ιδιαίτερα την επιβίωση των ασθενών.
Η κατάσταση άρχισε να αλλάξει το 2011 με την έγκριση του φαρμάκου ιπιλιμουμάμπη – ενός μονοκλωνικού αντισώματος που δρα διεγείροντας το ανοσοποιητικό σύστημα.
Ακολούθησε το 2012 η έγκριση της βεμουραφενίμπης, η οποία αποτέλεσε κατά κάποιο τρόπο την πρώτη γονιδιακή θεραπεία για το μελάνωμα, καθώς είναι κατάλληλη μόνο για όσους ασθενείς φέρουν μια συγκεκριμένη γονιδιακή μεταλλαγή (αφορά ένα γονίδιο που λέγεται BRAF και την φέρουν σχεδόν οι μισοί πάσχοντες από μελάνωμα).
Εφέτος τον Μάιο εγκρίθηκαν δύο ακόμα φάρμακα, η νταμπραφενίμπη και η τραμετινίμπη, τα οποία επίσης είναι κατάλληλα για τους ασθενείς με μεταλλαγή του γονιδίου BRAF, αν και ανήκουν σε διαφορετικές «οικογένειες» φαρμάκων.
Στο στάδιο των κλινικών μελετών, εξάλλου, μόνα ή σε συνδυασμό με κάποια από τα εγκεκριμένα, βρίσκονται άλλα φάρμακα (όπως η λαμπρολιζουμάμπη, η νιβολουμάμπη και το MPDL3280A), τα οποία δρουν αδρανοποιώντας ένα «φρένο» του ανοσοποιητικού συστήματος που λέγεται υποδοχέας προγραμματισμένου θανάτου 1 (ή PD-1).
Σημαντική παράταση επιβίωσης
Σύμφωνα με τις μελέτες που παρουσιάσθηκαν στα συνέδρια της ASCO και της ESMO, με τα νέας γενιάς φάρμακα επιτυγχάνεται συρρίκνωση των όγκων σε πολλούς ασθενείς και σημαντική παράταση της επιβίωσης.
Στην πραγματικότητα, σχεδόν ο ένας στους πέντε ασθενείς ζουν πλέον επί περισσότερο από τρία χρόνια και πολλοί ξεπερνούν τα 4 ή και 5 χρόνια, όταν κάποτε η επιβίωση των ασθενών με μεταστατικό μελάνωμα συνήθως ήταν μερικοί μήνες και δύσκολα έφτανε στον 1,5 χρόνο.
«Έχει αρχίσει να διαφαίνεται ως ενδεχόμενο κάτι που πριν από λίγα χρόνια φάνταζε σχεδόν αδύνατον: να μιλάμε για επιβίωση ασθενών με μεταστατικό μελάνωμα επί πέντε ή και δέκα χρόνια», λέει η κυρία Γκόγκα. «Σαφώς δεν έχουμε φτάσει ακόμα εκεί, αλλά η παράταση της επιβίωσης πολλών ασθενών είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός».
Ομάδες υψηλού κινδύνου
Παρ’ όλα αυτά, οι επιβιώσεις στο μεταστατικό μελάνωμα δύσκολα θα φτάσουν το 90% που ισχύει για το αρχικό και γι’ αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία να γίνει η διάγνωσή του πριν φτάσει στο σημείο να κάνει μεταστάσεις.
«Η διαπίστωση ότι ένας σπίλος, μια ελιά δηλαδή, αλλάζει μορφολογία, ματώνει ή εμφανίζει κνησμό (φαγούρα), είναι λόγοι για να οδηγήσουν κάποιον στο γιατρό του χωρίς καθυστέρηση», υπογραμμίζει η κυρία Γκόγκα.
Όσον αφορά τις ομάδες υψηλού κινδύνου για την εκδήλωσή του, οι περισσότερες επιδημιολογικές μελέτες συγκλίνουν στο ότι όσοι παθαίνουν συχνά εγκαύματα από τον ήλιο, ιδίως σε νεαρή ηλικία (έως 18 ετών) και μάλιστα όταν έχουν ανοικτόχρωμα χαρακτηριστικά (ανοιχτόχρωμο δέρμα, μαλλιά, μάτια), διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν μελάνωμα.
Το ίδιο ισχύει για όσους έχουν πολλές ελιές ή μεγάλες ελιές (όταν ένας άνθρωπος έχει 50 έως 99 μικρές ελιές ή περισσότερες από 10 ελιές μεγάλου μεγέθους, διατρέχει διπλάσιες πιθανότητες να εκδηλώσει μελάνωμα κάποια στιγμή στη ζωή του).
Άλλοι παράγοντες κινδύνου είναι το οικογενειακό ιστορικό μελανώματος, η παρουσία δυσπλαστικών σπίλων (είναι ένα είδος ελιών που είναι επιρρεπείς στο να εξελιχθούν σε μελάνωμα) και το προσωπικό ιστορικό μελανώματος.
Πότε να σας ανησυχήσει μια ελιά
Κάθε ελιά (σπίλος) που εμφανίζει αλλαγή, πρέπει να ελέγχεται αμέσως από έναν δερματολόγο. Ειδικότερα, άμεσος έλεγχος απαιτείται όταν παρουσιαστεί:
* Μία νέα ελιά με σκούρο χρώμα και αυξανόμενο μέγεθος
* Μία προϋπάρχουσα ελιά με πρόσφατη αλλαγή στο μέγεθος, το σχήμα, το χρώμα ή τα όριά της
* Μία ελιά που αιμορραγεί επανειλημμένως ή που έχει επίμονο κνησμό (φαγούρα)
* Μία «ελιά» η οποία εμφανίζει διαφορά ως προς το χρώμα ή το σχήμα της σε σχέση με όλες τις υπόλοιπες ελιές του σώματός μας
Που εμφανίζεται το μελάνωμα
* Συνήθως σε τμήματα του σώματος που είναι προφυλαγμένο από τον ήλιο τον χειμώνα και εκτεθειμένα το καλοκαίρι (λ.χ. ράχη στους άντρες, πόδια στις γυναίκες)
* Σπανιότερα σε σημεία που δεν είναι εκτεθειμένα στον ήλιο, όπως το τριχωτό της κεφαλής, οι γλουτοί, η πτέρνα ή και κάτω από τα νύχια ακόμα.







