Σίγουρα ο ΝτεΛίλο δεν είναι υμνητής μιας φολκλορικής Ελλάδας. Οι περιγραφές της Αθήνας, της Πελοποννήσου, των νησιών είναι εικόνες αυθεντικές. Η Πλάκα, το ξιπασμένο Κολωνάκι, ο Λυκαβηττός, η Ακρόπολη διατηρούν τη γραφική ομορφιά τους, ωστόσο απηχούν τη βουή και την ένταση μιας χαοτικής ανατολίτικης πόλης, εφαλτήριο για τις «ακυβέρνητες πολιτείες» της Μέσης Ανατολής. Για πρώτη φορά η Ελλάδα, σε έργο ξένου συγγραφέα, μετατοπίζεται από το φολκλόρ των 50s και τον ψυχεδελισμό των 60s σε μια πιο «νεο-οριενταλιστική» κατεύθυνση, γίνεται ένα κομμάτι της μισογκρεμισμένης Βαβέλ, με τις ίδιες αρχέγονες ρίζες αλλά και την επανίδρυσή της από τη Δύση και την Αμερική, τροφοδοτώντας με εντάσεις και τρομοκρατία την ευρύτερη περιοχή και επακόλουθα τον υπόλοιπο κόσμο.
Παρόμοιο κλίμα μιας εξάρτησης και φόβου αλλά και της ελκυστικής ιδέας της τρομοκρατίας τη συναντάμε και στον «Μάο ΙΙ» (1996, Εστία). Στο μυθιστόρημα γίνονται αναφορές στην Αθήνα ως μιας ενδιάμεσης πόλης, ενώ ο πρωταγωνιστής του βιβλίου σταθμεύει για λίγο στην Κύπρο, προτού μεταβεί στη Βηρυτό για να μεσολαβήσει για την απελευθέρωση ενός ομήρου που είναι ελβετός συγγραφέας. Η φράση στο τέλος του προλόγου, «το μέλλον ανήκει στις μάζες», δίνει και το ιδεολογικό στίγμα του βιβλίου.
Η επόμενη «ελληνική» παρουσία του ΝτεΛίλο γίνεται το 2011 στην πρώτη του συλλογή διηγημάτων «The Angel Esmeralda Nine Stories» όπου δημοσιεύονται εννέα ιστορίες. Το δεκαοκτασέλιδο διήγημα «The ivory acrobat», δημοσιευμένο το 1988 στο περιοδικό «Granta», εκτυλίσσεται στην Αθήνα και αναφέρεται στον μεγάλο σεισμό του 1981. Εδώ ο τρόμος προέρχεται από τη φύση και το ανήσυχο Εγώ. Η ηρωίδα, μια εύθραυστη και νευρωτική δασκάλα μουσικής σε διεθνές σχολείο, βιώνει τον σεισμό μέσα από τους φόβους της και τον πανικό των γειτόνων αλλά και της διστακτικής ενημέρωσης εκ μέρους των Αρχών. Ζει σε ένα απογυμνωμένο διαμέρισμα, σε μια διαρκή ετοιμότητα απόδρασης. Ενας συνάδελφός της τής χαρίζει ένα σουβενίρ: την ακροβάτισσα, μια μινωική φιγούρα που πετιέται να αρπαχτεί από τα κέρατα του ταύρου, ο οποίος ωστόσο λείπει από την αναπαράσταση. Το έργο είχε σπάσει σε έναν παλαιότερο σεισμό. Η Κάιλι αγνοεί τον μινωικό πολιτισμό, αμφισβητεί ακόμη και την ύπαρξη του ταύρου και ας επιμένει ο Εντμουντ ότι και αυτή είναι το ίδιο ευκίνητη σαν την αρχαία φιλντισένια κοπέλα. Η Κάιλι όμως προσπερνά τον μύθο, που έρχεται από «μακρινές κοιλάδες γλωσσών και μαγείας και κοσμολογικών ονείρων». Το κομμάτι που κρατάει στο χέρι της αυτό αποδεικνύει: ότι εκείνη δεν ταυτίζεται με την ακροβάτισσα. Το μικρό γλυπτό δείχνει τα όρια του εαυτού της, της αυτογνωσίας της και ενδεχομένως της καθήλωσής της σε έναν κόσμο φοβισμένο και τρομοκρατημένο.
Το πιο σύνθετο και φιλόδοξο μυθιστόρημά του είναι ο «Υπόγειος κόσμος» (1997), όπου ακούμε την κεντρική ηρωίδα να δυσανασχετεί με τον διπλό ουρανοξύστη του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου, «ένα τέρας της μαζικής παραγωγής». Τέσσερα χρόνια αργότερα οι ισλαμιστές επρόκειτο να του επιτεθούν με δύο αεροπλάνα. Ο ΝτεΛίλο σαν να είχε προφητέψει το δυσοίωνο μέλλον με το λογοτεχνικό του ένστικτο… Κάτι αντίστοιχο έκανε και στο «Μάο ΙΙ» όπου ήδη από το 1991 έγραφε: «Σε μια κοινωνία υπεραφθονίας και επανάληψης και ατέλειωτου καταναλωτισμού η τρομοκρατική πράξη μπορεί να είναι η μόνη πράξη με νόημα». Δέκα χρόνια αργότερα, τον Οκτώβριο του 2001, αμέσως μετά το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους, δήλωνε σε συνέντευξή του: «Η τρομοκρατία μπορεί να διεισδύσει και να αλλάξει τη συνείδηση του κόσμου». Μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου το έργο του αντιμετωπίζεται πια με άλλο μάτι, αφού πρώτος από όλους τα έβαλε με την αμερικανική κοινωνία, με την αφασία και την έλλειψη φαντασίας, αλλά και με τη σημαδιακή αποδοχή του θεάματος και του τρόμου στην καθημερινή ζωή.
Το Μπρονξ και ο «Δράκουλας»
Ο Ντον ΝτεΛίλο αποδομεί κοινωνικά και πολιτικά δεδομένα με εγκεφαλικότητα αλλά και λυρισμό. Είναι ίσως ο σπουδαιότερος αμερικανός συγγραφέας που έκανε θέμα του την ίδια την Αμερική (ο άλλος είναι ο Ροθ). Προσεγγίζει με σπάνια δεξιοτεχνία θέματα πολιτικής και σύγχρονης τέχνης, από τον Κένεντι και τη CΙΑ στο ροκ εν ρολ και στον κινηματογράφο, και από τις συνοικίες της Νέας Υόρκης στις εσχατιές της Ανατολής, κάνοντας μια χαοτική παρουσίαση του δημόσιου κόσμου αλλά και του υπόγειου κόσμου των ιδιωτικών γεγονότων.
Γεννημένος στις 20 Νοεμβρίου 1936, έζησε στην Πενσιλβάνια και μεγάλωσε στο Μπρονξ, σε μια γειτονιά Ιταλοαμερικανών. Ο πατέρας του ήρθε από την Ιταλία στην Αμερική το 1916, σε ηλικία εννέα ετών, κοντά στους παππούδες του. Ο Ντον μεγάλωσε ως καθολικός έχοντας ανάμεικτα συναισθήματα για τη θρησκεία. Αρχισε να διαβάζει από τα δεκατέσσερα. Ο «Δράκουλας» ήταν μια πρώτη απόλαυση. Ενας από τους λόγους για να ξεκινήσει το διάβασμα ήταν η δουλειά του παρκαδόρου που έκανε στην εφηβεία του. Ωρες ατέλειωτες στο πάρκινγκ διαβάζοντας ασταμάτητα. Ανακάλυψε τον Φόκνερ, τον Χεμινγουέι. Ωστόσο ήταν ο Τζόις που τον ανάγκασε να δει τη δύναμη και την ενέργεια των λέξεων.
Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Φόρντχαμ, αλλά ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ τον επηρέασε περισσότερο. Μπήκε στον χώρο της διαφήμισης, όμως εγκατέλειψε τη δουλειά του για να γράψει.
Το πρώτο έργο του είναι το «Americana» (1971) όπου ένας τηλεοπτικός παραγωγός ταξιδεύει σε αναζήτηση της πιο υποβλητικής εικόνας. Ενας παίκτης ράγκμπι σε σκηνικό Αποκάλυψης πρωταγωνιστεί στο «End Zone» (1972). Ενας αστέρας του ροκ που εγκαταλείπει στη μέση την περιοδεία του είναι ο κεντρικός ήρωας στο «Great Jones Street» (1973). Στο «Ratner"s Star» (1976) είναι ένας ιδιοφυής έφηβος στα μαθηματικά. Xρηματιστές της Γουόλ Στριτ που αναμειγνύονται σε μια υπόθεση τρομοκρατίας πρωταγωνιστούν στο «Players» του 1977 («Αυτοί έχουν τα χρήματα, εμείς την καταστροφή»). Μια ταινία πορνό που θεωρείται ότι γύρισε ο Χίτλερ τις τελευταίες ημέρες της ζωής του βρίσκεται στον πυρήνα του «Running Dog» (1978). Ξεχωρίζουν επίσης, εκτός από τα «Ονόματα» (1982), τα μυθιστορήματα: «Λευκός θόρυβος» (1985) με ήρωα έναν καθηγητή χιτλερικών σπουδών, «Ζυγός» (1988) για τη δολοφονία του Κένεντι, «Μάο ΙΙ» (1991). Και τα πιο πρόσφατα: «Οι χρόνοι του σώματος» (2001), «Cosmopolis» (2003), «Ο άνθρωπος σε πτώση» (2007), «Point Omega» (2010), η συλλογή διηγημάτων «The Angel Esmeralda Nine Stories» (2011) και τρία θεατρικά έργα.
Ο ΝτεΛίλο δέχθηκε πολλές επιθέσεις από ανθρώπους της πολιτικής ζωής και των μέσων ενημέρωσης. Κάποιος αποκάλεσε η γραφή του «πράξη λογοτεχνικού βανδαλισμού και κακής συμπεριφοράς πολίτη». Τον αποκάλεσαν «προφήτη του χάους», αλλά και «σαμάνο».