Ευρηματικός και σπινθηροβόλος συγγραφέας ο Δημήτρης Φύσσας. Τον θυμόμαστε από το πολυσέλιδο μυθιστόρημά του «Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος» (2005), τίτλο τόσο εύγλωττο ώστε έκανε σχεδόν περιττή την περιγραφή της αφετηριακής έμπνευσης: τι θα συνέβαινε, αν στον Εμφύλιο είχε νικήσει η άλλη πλευρά και η Ελλάδα είχε ενταχτεί στο ανατολικό μπλοκ. Το αρτιφανές «Ο αναγνώστης του σαββατοκύριακου», πολύ μικρότερο σ’ έκταση, είναι εξίσου ευρηματικό και σπινθηροβόλο, αν και ειδικότερου ενδιαφέροντος (για όσους θεωρούν ότι η λογοτεχνία αφορά μόνο λίγους «βαρεμένους»). Είναι επίσης πλούσιο σε νοήματα, τα οποία αναδεικνύονται τόσο από τον μύθο όσο και από τα δοκιμιακά «στάσιμα» που διακόπτουν την αφήγηση. Τέλος, είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται πολύ ευχάριστα, ένα μυθιστόρημα διασκεδαστικό χωρίς να είναι ελαφρό.
Η πλοκή του βασίζεται σε μια πανέξυπνη ιδέα: μια κοπέλα με κακοπληρωμένη δουλειά σ’ εταιρεία δημοσίων σχέσεων και πνευματικά ενδιαφέροντα που αρχίζουν και τελειώνουν με την αστρολογία προσλαμβάνεται, χάρη στην ωραία φωνή της, για να διαβάζει λογοτεχνικά βιβλία σε μια τυφλή κυρία, ένοικο ενός αρχοντόσπιτου στην Πολιτεία. Η καινούργια εργοδότριά της είναι μια εξαιρετικά καλλιεργημένη και λεπταίσθητη γυναίκα, πράγμα αποτυπωμένο στα λογοτεχνικά γούστα της και τα σχόλιά της για διάφορα έργα της ελληνικής και της ξένης λογοτεχνίας. Η κοπέλα στην αρχή δεν καταλαβαίνει και πολλά από αυτά που διαβάζει. Σταδιακά όμως, χάρη και στις τακτικές συζητήσεις την ώρα του φαγητού με την ακροάτριά της και το υπηρετικό προσωπικό του σπιτιού, η λογοτεχνία αρχίζει να της «μιλάει», ν’ αγγίζει κρυφές χορδές της, να τη βοηθάει ν’ ανακαλύψει έναν βαθύτερο εαυτό της.
Λαμπρή ιδέα, όπως είπαμε. Μόνη της όμως δεν θ’ αρκούσε για να προφυλάξει το μυθιστόρημα από τη στατικότητα. Έτσι, συμπληρώνεται στην πορεία της ιστορίας από δύο ανατρεπτικές αποκαλύψεις, που έχουν να κάνουν η πρώτη με την πυργοδέσποινα και τις μυστηριώδεις ασχολίες της τα σαββατοκύριακα, όταν το σπίτι της γίνεται απαγορευμένος χώρος, ενώ η δεύτερη με τον γηραιό Σκοτσέζο μπάτλερ της και τη φύση του δεσμού του με την κυρία του. Δεν πρόκειται απλώς για μυθοπλαστικά τρικ, γιατί και οι δύο αποκαλύψεις ρίχνουν ένα πλάγιο φως στη σχέση της λογοτεχνίας με την ανθρώπινη ζωή, κάπως διαφορετικό από εκείνο που καταυγάζει την εμπειρία της όψιμα φιλαναγνώστριας ηρωίδας.

Ο συγγραφέας όχι μόνο δεν κρύβεται πίσω από την αφήγηση αλλά και τονίζει ολοένα την παρουσία του, μέσα από παιγνιώδεις παρεμβάσεις που σχολιάζουν με «εξωαφηγηματικές» αναφορές τη ζωή και τη συμπεριφορά της κεντρικής ηρωίδας του, διατυπώνουν εικασίες για το μέλλον της, παίρνουν αφορμή από τη μια ή την άλλη στιγμή στην εξέλιξη της ιστορίας για να κάνουν παρατηρήσεις πάνω στη λογοτεχνία (συγκρατώ και προσυπογράφω ιδιαίτερα την καταδίκη της δημόσιας απαγγελίας ποιημάτων και πεζογραφημάτων, ως ξένης προς τη φύση της σύγχρονης λογοτεχνίας), ειρωνεύονται θεσμούς όπως οι ανούσιες και πληκτικές παρουσιάσεις βιβλίων ή τα εργαστήρια δημιουργικής γραφής, διακωμωδούν τη λογοτεχνία «γυναικείας ευαισθησίας», καυτηριάζουν τον τρόπο (μη) διδασκαλίας της λογοτεχνίας στο σχολείο, αλλά και περιέχουν γερές δόσεις αυτοσαρκασμού. Το τελευταίο αντισταθμίζει μια κάποια τάση διδακτισμού, καθώς και την πονηρή, εδώ που τα λέμε, τακτική του συγγραφέα να πλασάρει προσωπικές λογοτεχνικές συμπάθειές του χρησιμοποιώντας τες αφοριστικά ως επιχειρήματα για τις θέσεις του.
Όλα αυτά σημαίνουν ότι έχουμε να κάνουμε μ’ ένα μυθιστόρημα αυτοαναφορικό, όχι όμως αυτιστικά αυτοαναφορικό• ένα μυθιστόρημα με θέμα τη λογοτεχνία, όχι όμως ως απομονωμένη, ερμητική παράδοση έντεχνου λόγου, που αφορά μόνο μια μυημένη διανοητική ελίτ, αλλά ως μορφή πολιτισμικής δημιουργίας που είναι μαζί κοινωνικό φαινόμενο, συναρτημένο με άλλα κοινωνικά φαινόμενα, και ατομική φωνή με δυνητικό αποδέκτη τον καθένα μας.

Τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν σε διεθνή κλίμακα τα βιβλία, ανάμεσά τους και μυθιστορήματα, που έχουν για θέμα τους τα ίδια τα βιβλία και την ανάγνωσή τους. Σύμπτωμα, ασφαλώς, της κρίσης, ίσως και της παρακμής αυτού του θεσμού. Όλα αυτά τα πονήματα υπερασπίζουν τη βιβλιοφιλία με αμυντικό τρόπο και συχνά οι συγγραφείς τους προσπαθούν ν’ αποκρύψουν τον απολογητικό χαρακτήρα της επιχειρηματολογίας τους υιοθετώντας χαριτωμένο, ανάλαφρο ύφος ή καταφεύγοντας στη (φαινομενική) παρώδηση της «εμμονής» τους.
Αμυντικός είναι, στην πραγματικότητα, και ο υπέρ λογοτεχνίας λόγος του μυθιστορήματος του Φύσσα. Παρά την προσπάθειά του ν’ αποκαταστήσει τη λογοτεχνία στον παρεμβατικό πολιτισμικό ρόλο της, τα επιχειρήματά του αφήνουν την αίσθηση της αναδίπλωσης. Η ουσία τους, αν την αποστάξουμε από την αιχμηρή ρητορική τους και τις επιμέρους εύστοχες παρατηρήσεις, είναι η «αισθητική απόλαυση» και η φυγή από την πραγματικότητα. Το πρώτο δεν λέει τίποτα, γιατί αισθητική απόλαυση μπορεί να προσφέρει οτιδήποτε, από ένα λουλούδι ως μια ντρίμπλα του Μέσι. Το δεύτερο είναι το πάγιο αίτημα των φανατικών αναγνωστριών της γυναικείας λογοτεχνίας, την οποία ο Φύσσας περιπαίζει.
Αμηχανία, λοιπόν, κρύβεται και σ’ αυτό το μυθιστόρημα, παρά τους όντως απολαυστικούς χειρισμούς του συγγραφέα. Το ουσιαστικότερο επίτευγμά του, όμως, είναι ότι γειώνει ξανά τη λογοτεχνία στην πραγματική ζωή, από την οποία οι θεωρητικές απόψεις του τη θέλουν αποσπασμένη. Και μάλιστα η ενέργειά του αυτή κορυφώνεται με τη μελαγχολικά ειρωνική τροπή που δίνει στην ιστορία του: η λογοτεχνία έμελλε να χαρίσει την πλήρωση στη μέχρι πρότινος αδιάφορη γι’ αυτήν κεντρική ηρωίδα, ενώ, όπως θα δείξει το φανέρωμα του σαββατοκυριακάτικου αναγνώστη, δεν στάθηκε αρκετή για να ευτυχήσει εκείνη που ήταν πάντοτε ερωτευμένη μαζί της.
Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.