Οποιος πιστεύει ότι το γαλλικό σινεμά είναι συνώνυμο του δυσνόητου ή της ελιτίστικης καλλιγραφίας πλανάται πλάνην ασυγχώρητη. Οι Γάλλοι από «αρχαιοτάτων» χρόνων κατέκτησαν, με απίστευτη ροή τραπεζικού κεφαλαίου, την πρωτοκαθεδρία στο παράλληλο κύκλωμα προβολών με τρεις εταιρείες διανομής – Wild Bunch, Celluloid Dreams και MK2 – οι οποίες καπαρώνουν και ετησίως διακινούν ανά την υφήλιο τους καλύτερους καλλιτεχνικά και εμπορικά τίτλους από κάθε γωνιά του πλανήτη, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας (από Αγγελόπουλο ώς Λάνθιμο). Δεν είναι τυχαίο ότι πέντε περσινοί τίτλοι γαλλικής παραγωγής κατέληξαν στην οθόνη σε αγγλική γλώσσα με σκοπό να διεισδύσουν στα αμερικανικά ταμεία.
Κατά σειρά: «The Artist» του Μισέλ Χαζναβισιούς, «Ο θεός της σφαγής» του Ρόμαν Πολάνσκι με Τζόντι Φόστερ, Κέιτ Γουίνσλετ, Τζορτζ Σ. Ράιλι, «Ο άγνωστος» (Uknown), το θρίλερ του 38χρονου Ισπανού Jaume Collet Serra με πρωταγωνιστή τον Λίαμ Νίσον, «Οι τρεις σωματοφύλακες» του Πολ Αντερσον και «Colombiana» του Ολιβιέ Μεγκατόν. Πράγμα που σημαίνει ότι οι Γάλλοι εδώ και πολλά χρόνια, όπως ας πούμε έκαναν με το «Leaving Las Vegas» («Αφήνοντας το Λας Βέγκας») με τον Νίκολας Κέιτζ, μετέρχονται όλα τα μέσα προκειμένου να διατηρούν τη δεύτερη, μετά το Χόλιγουντ, θέση στο παγκόσμιο πρωτάθλημα της μεγάλης οθόνης. Καθόλου ανεξήγητο συνεπώς το γεγονός ότι μέσα στην ίδια χρονιά (2011) τρεις ταινίες είτε αναφέρονται στη Γαλλία είτε γυρίστηκαν με γαλλικά κεφάλαια. Εκτός από το «Artist», είναι και το επίσης οσκαρικό «Hugo» του Μάρτιν Σκορσέζε που διαδραματίζεται στο Παρίσι του Μεσοπολέμου. Και φυσικά το «Μεσάνυχτα στο Παρίσι» του Γούντι Αλεν, χρηματοδοτημένο από γαλλικές πηγές. Παραδοσιακά, οι γάλλοι παραγωγοί επενδύουν σε κάθε ιδιαίτερο και χαρισματικό σκηνοθέτη από κάθε γωνιά της Γης. Από τον Αγγελόπουλο και τον Κισλόφσκι μέχρι τον Ρουμάνο Μονγκίου και τον Ρώσο Σοκούροφ.
Κοντά σε όλα αυτά, το ετήσιο Φεστιβάλ των Καννών, το προνομιακό γήπεδο κάθε αμερικανού, «ανεξάρτητου» σκηνοθέτη. Εκεί ανακαλύφθηκαν μερικά από τα πιο διάσημα ονόματα. Ας πούμε ο Κουέντιν Ταραντίνο. Ας πούμε οι αδελφοί Κόεν. Ας πούμε ο Τζιμ Τζάρμους. Ας πούμε ο Ντέιβιντ Λιντς. Εκεί βραβεύτηκε και ενθουσίασε το «Αποκάλυψη τώρα» του Κόπολα. Εκεί και «Ο ξένοιαστος καβαλάρης». Και με γαλλικά λεφτά κατάφερε πριν από δύο χρόνια να γυρίσει την τελευταία του ταινία ο Ντέιβιντ Λιντς. Ετσι οι Γάλλοι επενδύουν τρελά. Κερδίζουν μπόλικα. Και διαθέτουν τον δεύτερο, μετά τους Αμερικανούς, καλύτερο μέσο δείκτη εισιτηρίων ανά θεατή. Περίπου τέσσερις φορές ετησίως. Συχνότητα αστρονομική συγκριτικά με τον δικό μας της μιας φοράς.
Τα αριθμητικά αποτελέσματα συντριπτικά. Μόνο για το 2011, οι γαλλικές παραγωγές εξασφάλισαν διεθνώς 66 εκατομμύρια θεατές και περίπου 405 εκατομμύρια ευρώ. Αν σε αυτά προσθέσει κάποιος τα θηριώδη νούμερα που αποσπούν οι γαλλικές ταινίες εντός των τειχών (στις δικές τους αίθουσες), τότε τα νούμερα αυτά τριπλασιάζονται. Παράδειγμα εξαιρετικό, η ταινία «Αθικτοι» (Intouchαbles) που άνοιξε την αυλαία του 13ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου. Μια δραματική κομεντί δύο νέων ονομάτων (Ερίκ Τολεντανό και Ολιβιέ Νακάς) όπου ο μαύρος πρωταγωνιστής Ομάρ Σι κατάφερε να κερδίσει τον Ζαν Ντιζαρντέν του «Artist» και να αποσπάσει το βραβείο Σεζάρ καλύτερου ανδρικού ρόλου. Κρατηθείτε. Εντός Γαλλίας έσπασε τα ταμεία με 20 εκατομμύρια εισιτήρια. Παραλλήλως στη Γερμανία εξασφάλισε άλλα 6 εκατομμύρια θεατές. Αν τώρα προσθέσουμε τα 100 εκατ. δολάρια από τις πωλήσεις του «Artist» διεθνώς, μπορούμε να αντιληφθούμε ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός. Η κινηματογραφική κουλτούρα για τη Γαλλία είναι ό,τι το πετρέλαιο για τη Νορβηγία. Και κάτι περισσότερο. Και το τερπνόν – διασκέδαση και κουλτούρα – και το ωφέλιμο – το χρηματοοικονομικό. Οπως λέει και ο στίχος της Μασσαλιώτιδας «Allons Enfants de La Patrie»!

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.