Αλώνιζαν ξυπόλητοι στις γειτονιές διαλαλώντας την πραμάτεια τους. Φτωχοί, αγράμματοι και σε πολλές περιπτώσεις άστεγοι, οι νεαροί εφημεριδοπώλες με τα κοντά παντελόνια και τα σκουρόχρωμα καπέλα φάνταζαν στα μάτια των Νεοϋορκέζων του 19ου αιώνα μέλη μιας άλλης, συχνά περιθωριακής, κοινωνίας. Στην πραγματικότητα, βέβαια, οι διανομείς των εφημερίδων δεν ήταν εγκληματίες. Ούτε είχαν καμία σχέση με αυτούς. Ηταν σκληρά εργαζόμενα παιδιά τα οποία, μετά την κήρυξη της απεργίας για δυο εβδομάδες το 1899, μετατράπηκαν σε σύμβολα του αγώνα ενάντια στην οικονομική εκμετάλλευση από τους βαρόνους του Τύπου. Ή αλλιώς από τους Τζόζεφ Πούλιτζερ και Ουίλιαμ Ράντολφ Χιρστ, ιδιοκτήτες τότε των εφημερίδων «New York World» και «New York Evening Journal» αντίστοιχα, η κυκλοφορία των οποίων έφτανε ημερησίως μέχρι και τις τετρακόσιες χιλιάδες φύλλα.
Η αρχή έγινε με το ξέσπασμα του ισπανοαμερικανικού πολέμου το 1898. Τη χρονιά δηλαδή που τα γεγονότα έτρεχαν με ταχείς ρυθμούς και οι μεγαλοεκδότες της εποχής χρειάζονταν άμεσα διαθέσιμο εργατικό δυναμικό για τις ανάγκες προώθησης των πολυσέλιδων εφημερίδων τους στο αναγνωστικό κοινό. Καλύτερη λύση από τους έφηβους διανομείς δεν υπήρχε. Στην ιδέα άλλωστε εξασφάλισης μερικών δολαρίων παραπάνω για την καλύτερη διαβίωση της οικογένειάς τους, τα νεαρά αγόρια δήλωναν πρόθυμα να παρατήσουν τις σχολικές τους υποχρεώσεις, αποδεχόμενα τις περισσότερες φορές πολύ χαμηλές αμοιβές για την εργασία τους. Από τη μεριά τους οι Πούλιτζερ και Χιρστ, ως γνήσιοι επιχειρηματίες που είχαν διαγράψει το παρελθόν τους ως νεαρών διανομέων, προσπάθησαν να μεγιστοποιήσουν το κέρδος τους αυξάνοντας την τιμή πώλησης των εκατό εφημερίδων από πενήντα σεντ σε εξήντα. Με δεδομένο μάλιστα πως τα απούλητα έντυπα δεν επιστρέφονταν – γεγονός που ζημίωνε ακόμα περισσότερο τους νεαρούς εφημεριδοπώλες -, η διάλυση του υπάρχοντος συστήματος ήταν πιο αναγκαία από ποτέ.

Ο πόλεμος των διανομέων
Κατά το διάστημα όμως που ο πόλεμος βρισκόταν σε εξέλιξη, οι αντιδράσεις για την αναπροσαρμογή της τιμής εκ μέρους των διανομέων ήταν σχεδόν ανύπαρκτες. Ο πόλεμος άλλωστε τροφοδοτούσε με έξτρα πληροφόρηση και κατ’ επέκταση έξτρα φύλλα τις εφημερίδες, γεγονός που για την ώρα έβγαζε και τις δυο πλευρές – από οικονομικής άποψης – κερδισμένες. Μόλις λίγους μήνες όμως αργότερα, οι συρράξεις σταμάτησαν, με αποτέλεσμα την πτώση της κυκλοφορίας των εφημερίδων. Την ίδια μάλιστα στιγμή που οι τιμές αγοράς τους από τους διανομείς παρέμειναν σταθερές: εξήντα σεντ για εκατό εφημερίδες.
Εν μέσω γενικότερου αναβρασμού, την ήδη έντονη δυσαρέσκεια για τα «χαμίνια του Τύπου» ή «newsies», όπως ήταν γνωστοί, πυροδότησε η εξαπάτησή τους από τον κεντρικό προμηθευτή της εφημερίδας «Journal», ο οποίος διοχέτευε έντυπα που δεν περιείχαν το σύνολο των τυπωμένων φύλλων. Για αντίποινα λοιπόν περικύκλωσαν το κτίριο της εφημερίδας στο πάρκο Row ζητώντας μείωση των τιμών αγοράς. Η προσπάθεια, ωστόσο, έπεσε σύντομα στο κενό οδηγώντας τα νεαρά αγόρια στους δρόμους της Νέας Υόρκης και τους υποψήφιους αγοραστές σε απόγνωση αφού οι πλανόδιοι πωλητές, επικαλούμενοι την απεργία, αρνούνταν να τους πουλήσουν τις εφημερίδες του Πούλιτζερ και του Χιρστ.
Η απεργία του 1899 ήταν πλέον πραγματικότητα. Μια χούφτα παιδιών κρατούσαν στα χέρια τους την τύχη των εφημερίδων με τη μεγαλύτερη κυκλοφορία στη χώρα. Επόμενο βήμα για την εδραίωση του αγώνα τους ήταν ο διορισμός εκπροσώπων, ο σχηματισμός επιτροπών και η αυστηρή απαγόρευση της διανομής. Μπροστάρηδες στην προσπάθεια διεκδίκησης καλύτερων αμοιβών για τους περίπου πέντε χιλιάδες εφημεριδοπώλες ορίστηκαν ο Κιντ Μπλινκ (ονομάστηκε Μπλινκ επειδή έβλεπε μόνο από το ένα μάτι), ο Κράτσι Μόρις, ο Ρέιστρακ Χίγκινς και ο Σποτ Κόνλον. Ολοι τους παιδιά που παρά τη μικρή τους ηλικία συνασπίστηκαν σαν γροθιά για έναν και μοναδικό σκοπό: το κοινό καλό τους. «Ενα αγόρι τόλμησε να πουλήσει τα απαγορευμένα φύλλα», ανέφερε σχετικά με τη διαβόητη απεργία ρεπορτάζ της εφημερίδας «The New York Sunday». «Μέσα στο επόμενο λεπτό τα χαρτιά του μετατράπηκαν σε χιλιάδες κομματάκια και ο ίδιος γρονθοκοπήθηκε από μια ομάδα εξαγριωμένων αγοριών». Δυο εβδομάδες μετά, οι «αυτοκράτορες» του Τύπου και τα νεαρά αγόρια δίνουν τελικά τα χέρια συμφωνώντας να διατηρήσουν σταθερές τις τιμές πώλησης των εφημερίδων με τον όρο, βέβαια, να παίρνουν πίσω οι μεγαλοεκδότες τα απούλητα έντυπα.
Οι newsies στη σκηνή
Χρειάστηκε να περάσει σχεδόν ένας αιώνας μέχρι να ασχοληθεί η κοινή γνώμη ξανά με το θέμα της απεργίας. Αφορμή αποτέλεσε το 1992 η ταινία «Newsies», η οποία, αν και κόστισε δεκαπέντε εκατομμύρια δολάρια, δεν κατάφερε να επιστρέψει περισσότερα από τρία στα ταμεία. Είκοσι χρόνια μετά, η απεργία των νεαρών εφημεριδοπωλών έρχεται και πάλι στην επικαιρότητα. Αυτή τη φορά χάρη στο νέας κοπής μιούζικαλ της Disney με τίτλο «Newsies the Musical», το οποίο ανεβαίνει από τις 15 Μαρτίου στο Nederlander Theatre του Μπρόντγουεϊ, ύστερα από ένα άκρως επιτυχημένο πέρασμα από το Paper Mill Playhouse του Νιου Τζέρσι. Εμπνευστής του μιούζικαλ είναι ο Χάρβεϊ Φιρστάιν, ένας άνθρωπος που θέλησε με αφορμή την παράσταση να επαναφέρει προς συζήτηση θέματα που κυριάρχησαν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, όπως η παιδική εργασία και το δικαίωμα ψήφου των γυναικών. Οπως υποστηρίζει ο ίδιος, το κεντρικό νόημα του μιούζικαλ παραμένει πιστό στα όσα εκτυλίχθηκαν το 1899. Ωστόσο, κάποια από τα γεγονότα που παρουσιάζονται στην παράσταση μπορεί να είναι ελαφρώς τροποποιημένα. Για παράδειγμα, η κόρη του μεγαλοεκδότη Τζόζεφ Πούλιτζερ δεν ήταν στην πραγματικότητα ρεπόρτερ της εφημερίδας που ερωτεύτηκε κατά τη διάρκεια της απεργίας έναν από τους νεαρούς επαναστάτες. Ούτε ο Θίοντορ Ρούζβελτ, πρόεδρος των ΗΠΑ εκείνη την περίοδο, είχε ενεργή συμμετοχή στις συγκρούσεις. «Δεν με ενδιαφέρει αν ο Πούλιτζερ ήταν στην Πολιτεία του Μέιν όταν πληροφορήθηκε την απεργία. Στην παράσταση βρίσκεται στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης», διευκρινίζει ο δημιουργός του μιούζικαλ, ο οποίος στη μέχρι τώρα καριέρα του έχει κερδίσει τέσσερα θεατρικά βραβεία Tony σε τέσσερις διαφορετικές κατηγορίες. «Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να δώσω βαρύτητα στις ουσιώδεις αλήθειες της ιστορίας. Μια από αυτές είναι ότι αυτά τα παιδιά κατάλαβαν κάποια στιγμή πως, όπως όλοι, έτσι και τα ίδια αξίζουν».

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.