Στην όψη μοιάζει με παλιό ναυτικό που μόλις έχει ξεμπαρκάρει από τον Πειραιά, με τις ρυτίδες να χαρακώνουν το πρόσωπό του και τα μαλλιά του ανακατεμένα από την αρμύρα της θάλασσας. Δυνατός και δραστήριος όπως πάντα, στα 74 χρόνια του δεν κάθεται ούτε λεπτό. Δεν επαναπαύεται στις δάφνες του «πατριάρχη της arte povera», της τέχνης που έχει ως πρώτη ύλη φτηνά, ταπεινά υλικά. Ο πολιτογραφημένος Ιταλός, αλλά γεννημένος Ελληνας, Γιάννης Κουνέλλης δουλεύει έτσι ώστε να ετοιμάζει τρεις εκθέσεις τον χρόνο – ρυθμό που οι συνομήλικοί του ούτε στη φαντασία τους δεν μπορούν να ακολουθήσουν. Και δοκιμάζει διαρκώς νέες εμπειρίες, με πιο πρόσφατη την επίσκεψη και την πρώτη του έκθεση στην Κίνα.
«Προτού ξεκινήσω για την Κίνα ήξερα ό,τι γνώριζαν όλοι, δηλαδή σχεδόν τίποτα. Ημουν περίεργος να διαπιστώσω τη διαφορά ανάμεσα σε έναν πολιτισμό που είχε ως σημείο αναφοράς έναν φιλόσοφο, τον Κομφούκιο, και σε εκείνον της Δύσης που λατρεύει έναν νεκρό άνθρωπο επάνω σε έναν σταυρό», λέει στην ιταλική «La Repubblica» ο εικαστικός δημιουργός που δεν δίνει συχνά συνεντεύξεις και την άνοιξη θα επισκεφθεί την Αθήνα για να εκθέσει για πρώτη φορά σε εκθεσιακό χώρο μουσείου – του Κυκλαδικής Τέχνης.
«Προτού διοργανώσουμε την έκθεση, λοιπόν, αποφασίσαμε να πάμε για ρεπεράζ, όπως κάνουν οι σκηνοθέτες για να βρουν κατάλληλα σημεία για γύρισμα. Με τον διευθυντή της γκαλερί μου στη Ρώμη (σ.σ.: ο οποίος είχε και την ιδέα της έκθεσης στο Πεκίνο) Τζιουζέπε Μαρίνο ταξίδεψα όχι μόνο με το μυαλό και τα μάτια, αλλά με όλες τις αισθήσεις, συμπεριλαμβανομένης της όσφρησης, αναζητώντας έμπνευση. Το πρώτο πράγμα που σε εντυπωσιάζει στην Κίνα είναι οι μυρωδιές», λέει για το ταξίδι που έκανε πριν από δύο χρόνια.
Πέρυσι επέστρεψε στην Κίνα για να διοργανώσει την έκθεσή του στο Today Art Museum στο Πεκίνο, που έληξε τον Δεκέμβριο, υπό τον τίτλο «Μεταφράζοντας την Κίνα». «Και όπως μου συμβαίνει συχνά, δεν είχα την παραμικρή ιδέα για το τι θα φτιάξω», θυμάται. «Μια ημέρα σε μια ανοιχτή αγορά του Πεκίνου παίρνει το μάτι μου μια πυραμίδα από σπασμένα κομμάτια πορσελάνης. Ηταν πολύ όμορφα και παλιά. Δεν καταλάβαινα όμως για ποιο λόγο ήταν θρύψαλα οι πορσελάνες και σε τι χρησίμευαν. Ενας φίλος μου καλλιτέχνης μού εξήγησε ότι κατά την περίοδο της εξουσίας του Μάο οι στρατιώτες έμπαιναν στα σπίτια όσων θεωρούνταν αστοί και αν έβρισκαν πορσελάνες τις πετούσαν στο πάτωμα να σπάσουν καθώς τις θεωρούσαν σύμβολα του παλαιού καθεστώτος».
Μία από τις επόμενες ημέρες ο Γιάννης Κουνέλλης αγόρασε όσα κομμάτια σπασμένης πορσελάνης μπορούσε να κουβαλήσει πληρώνοντας ένα πολύ μικρό ποσό. Κατόπιν, με την προσοχή που θα επεδείκνυε ένας συλλέκτης γραμματοσήμων τις ταξινόμησε κατά μέγεθος, σχέδιο και χρώμα και τις τοποθέτησε επάνω σε μεγάλες μεταλλικές πλάκες βάρους 400 κιλών η καθεμία. Υστερα δημιούργησε ένα τείχος με τις πλάκες και τις «στεφάνωσε» με ένα από τα αγαπημένα του υλικά, το κάρβουνο.
Λίγες ημέρες αργότερα προχώρησε σε μια επαναστατική για τα δικά του δεδομένα κίνηση. «Στο παρελθόν πάντα απέφευγα το χρώμα», παραδέχεται. Ωστόσο τα πολύχρωμα υφάσματα στην αγορά του Πεκίνου δεν τον άφησαν ασυγκίνητο και έτσι αγόρασε γυναικεία ρούχα και τα τέντωσε επάνω στις μεταλλικές επιφάνειες ξαφνιάζοντας τους συνεργάτες του, οι οποίοι είχαν συνηθίσει να βλέπουν μόνο σκούρα και μελαγχολικά χρώματα στη δουλειά του.
Οι Κινέζοι τον αποθέωσαν καθώς στο πρόσωπό του δεν είδαν έναν καλλιτέχνη, αλλά έναν ήρωα που «ξέπλυνε» την τιμή της πορσελάνης. Εκείνος ως αντάλλαγμα ζητεί να μην τον αποκαλούν ζωγράφο, λέξη συνώνυμη στα ιταλικά με τον ελαιοχρωματιστή. «Μισώ να με αποκαλούν ζωγράφο, μου θυμίζει χειροτέχνη. Στα ελληνικά ζωγράφος σημαίνει αυτός που δημιουργεί ζωή».