ΤΟ ΕΡΓΟ. Τορίνο, μέσα του 18ου αιώνα. Η Βεατρίκη Ρασπόνι και ο Ρομπέρτο Αρετούζι (Φλορίντο στο πρωτότυπο) είναι ερωτευμένοι. Ο αδελφός όμως της Βεατρίκης, ο Φεντερίκο, δεν συμφωνεί. Οι δύο άνδρες θα εμπλακούν σε μονομαχία όπου ο Ρομπέρτο σκοτώνει τον Φεντερίκο στον οποίο ο βενετσιάνος έμπορος Πανταλόνε Μπιζονιόζι είχε τάξει για σύζυγο την κόρη του Κλαρίσα. Και το σκάει στην Βενετία για να γλιτώσει την τιμωρία.
Στην Βενετία, όμως, όπου διαδραματίζεται το έργο, φτάνει, χωρίς να ξέρει σίγουρα αν εκεί βρίσκεται ο αγαπημένος της, και η Βεατρίκη που τον ψάχνει αλλά και με σκοπό να εισπράξει τα χρήματα που ο Πανταλόνε χρωστούσε στον αδελφό της. Ντυμένη άντρας και με το όνομα του Φεντερίκο. Πιστεύοντας πως ως άντρα θα την υπολογίσουν περισσότερο.
Πέφτει πάνω στον αρραβώνα της Κλαρίσα με τον αγαπημένο της Σίλβιο. Ο Πανταλόνε, αποδεσμευμένος από την υποχρέωσή του, εφόσον ο Φεντερίκο στον οποίο είχε υποσχεθεί την κόρη του δολοφονήθηκε, δίνει το χέρι της στον νεαρό με τον οποίο είναι αμοιβαία ερωτευμένοι. Οταν όμως ο «Φεντερίκο» εμφανίζεται και διαβεβαιώνει πως είναι ζωντανός, ο Πανταλόνε πιστεύει πως πρέπει να κρατήσει τον αρχικό του λόγο και να τη δώσει σ’ εκείνον για γυναίκα, όσο κι αν η Κλαρίσα θέλει τον Σίλβιο. Η Βεατρίκη / «Φεντερίκο», εκ των πραγμάτων, αναγκάζεται να αποδεχθεί την απόφαση, διασκεδάζοντάς το παράλληλα.
Μαζί της, ο υπηρέτης της Τρουφαλντίνο. Πονηρός, ψεύτης, κατεργάρης, πειναλέος, ερωτύλος αλλά εύστροφος, καταφερτζής και αγαπησιάρης. Που συναντάει στην Βενετία και τον Ρομπέρτο από τον οποίο, αποκρύπτοντάς του την αλήθεια πως έχει κι άλλο αφεντικό, προσλαμβάνεται επίσης ως υπηρέτης χωρίς να ξέρει τι έχει παιχτεί και χωρίς τα δύο ερωτευμένα αφεντικά του να ξέρουν πως έχουν κοινό υπηρέτη.
Με χίλιες δυο μπαγαμποντιές και ψέματα καταφέρνει να ισορροπήσει μεταξύ των δύο αφεντάδων δημιουργώντας όμως ένα απίθανο μπλέξιμο – και έναν φανταστικό δεύτερο υπηρέτη ονόματι Πασκουάλε. Τόσο που στο τέλος οι δύο ερωτευμένοι, ο Ρομπέρτο και η Βεατρίκη, φτάνουν να πιστέψουν ο ένας για τον άλλο πως έχει πεθάνει. Και ετοιμάζονται, μάλιστα, να αυτοκτονήσουν όταν η αλήθεια αποκαλύπτεται.
Ταυτόχρονα η Κλαρίσα, μια και ο υποψήφιος γαμπρός δεν είναι παρά γυναίκα – και η Βεατρίκη τής το αποκαλύπτει έγκαιρα -, μπορεί να σμίξει με τον αγαπημένο της. Μα και τον Τρουφαλντίνο, που, όταν τα ψέματα τελειώνουν και μοιάζει να την έχει βάψει, τον συγχωρούν. Και επιπλέον σμίγει με τη Σμεραλντίνα, την καμαριέρα της Κλαρίσας που γλυκοκοιτάζονταν. Τέλος καλό, όλα καλά.
Ο Κάρλο Γκολντόνι με τον έξοχο «Υπηρέτη δύο αφεντάδων (1745), κωμωδία της μεταβατικής του περιόδου, όταν άρχιζε να αναμορφώνει την αυτοσχεδιαστική κομέντια ντελ άρτε υιοθετώντας τον ρεαλισμό, έχει γράψει ένα έργο που πετάει: γοργό, πανέξυπνο, με τα ανδρείκελα της κομέντια να αποκτούν αίμα ρόλων αλλά και με σκηνές που αντλούν από την κομέντια, όπως το ταυτόχρονο σερβίρισμα των δύο αφεντάδων από τον Τρουφαλντίνο στο ξενοδοχείο του Μπριγκέλα, το παράλληλο αέρισμα των ρούχων τους ή η «ανάγνωση» του γράμματος από τους αγράμματους Τρουφαλντίνο και Σμεραλντίνα, απολαυστικές. Συγχρόνως πλέκει με δεξιοτεχνία βιρτουόζου τα τρία βασικά θέματά του.
Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ. Ο Γιάννης Κακλέας έστησε μία παράσταση που να αρέσει στο ευρύ κοινό της περιοδείας. Επεξεργάστηκε δραματουργικά την μάλλον διεκπεραιωτική μετάφραση του Ερρίκου Μπελιέ ώστε να προκύψει ένα εύκολο κείμενο ελαφροτηλεοπτικής αποτελεσματικότητας με αστειάκια τύπου «λεβεντοκουφάλογο» και οργάνωσε τη σκηνοθεσία του χωρίς μεγάλη προσοχή στις λεπτομέρειες: διαρκή κατά μέτωπον στησίματα, τα πολύ in τελευταία ξεφωνητά, παρωδιακή αντιμετώπιση των ερωτευμένων Σίλβιο και Κλαρίσας στην αρχή και στο τέλος, ανομοιογένεια αλλά και χορευτικά ιντερμέδια που παρέπεμπαν στο βενετσιάνικο καρναβάλι χωρίς να πείθουν για την αναγκαιότητά τους.