Έβαλαν πρώτοι το θεσσαλικό τσίπουρο σε μπουκάλι και άνοιξαν τα επιχειρηματικά τους φτερά ταυτόχρονα με το άνοιγμα της αγοράς του τυποποιημένου τσίπουρου στην Ελλάδα. Οι αδερφοί Τσιλιλή παράγουν εδώ και δυο δεκαετίες ένα αποκλειστικά ελληνικό οινοπνευματώδες προϊόν, που όχι απλώς σημειώνει πραγματική άνοδο πωλήσεων, αλλά και ο ρυθμός ανάπτυξής του κινείται σε διψήφια ποσοστά στην «κούρσα» των οινοπνευματωδών ποτών.
Ήταν το 1988, όταν ο τότε υπουργός Οικονομικών Δημήτρης Τσοβόλας επέτρεψε την εμφιάλωση του τσίπουρου, ενός προϊόντος που μέχρι τότε μπορούσε να κυκλοφορεί μόνο χύμα και για ιδία κατανάλωση. Την ίδια περίοδο, δυο αδέρφια από τη Θεσσαλία- ο Κωνσταντίνος και ο Ευθύμιος Τσιλιλής, από το χωριό Ράξα Τρικάλων- έχοντας ολοκληρώσει τις σπουδές τους, φυσικός ο πρώτος και χημικός ο δεύτερος, καλούνταν να πάρουν αποφάσεις για το επαγγελματικό τους μέλλον. Το γεγονός ότι η οικογένειά τους είχε μια μικρή σχέση με την αμπελουργία και την παραγωγή τσίπουρου- μέχρι τότε για ιδία χρήση- ήταν η αφορμή. Η ιδέα του εμφιαλωμένου προϊόντος σε μια αγορά όπου διακινούνται αποκλειστικά χύμα ποτά ήταν ασφαλώς πρωτοποριακή και γοητευτική στη σκέψη των δύο αδελφών, όχι όμως και εύκολη. Έτσι ξεκίνησαν το 1989 και με βάση τους τη Θεσσαλία, την πιο γνωστή περιοχή παραγωγής αποσταγμάτων σταφυλιού, δημιούργησαν στο χωριό Ράξα του Νομού Τρικάλων την αποσταγματοποιία-οινοποιία Τσιλιλή, αμέσως μετά την ψήφιση του νόμου που επέτρεπε την παραγωγή και τυποποίηση του τσίπουρου.
«Αυθεντικό ήταν το χύμα»
Όπως λέει ο Κώστας Τσιλιλής, δεν είχαν φανταστεί τις δυσκολίες που επρόκειτο να αντιμετωπίσουν. «Η προσπάθειά μας αμφισβητούσε εδραιωμένη αντίληψη, σύμφωνα με την οποία αυθεντικό ήταν το χύμα τσίπουρο». Όπως λέει, τα πρώτα χρόνια θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν “πέτρινα”, μέχρι η εταιρεία να αποκτήσει την αναγνωρισιμότητα που έχει σήμερα και να πείσει για την ποιότητα των προϊόντων της. «Για δέκα χρόνια παλεύαμε να το τοποθετήσουμε στην αγορά. Η δεκαετία του ΄90 ήταν μια δύσκολη περίοδος, όχι μόνο για μας αλλά και για όλους όσους εμφιαλώναμε τσίπουρο», σημειώνει.
Το 1994, η ατομική επιχείρηση Τσιλιλής Γ. Κωνσταντίνος μετατρέπεται σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία Τσιλιλής Κ. Α.Ε. με συμμετοχή, στη μετοχική σύνθεση, του Ευθύμιου (Μάκη) Τσιλιλή, αδελφού του Κωνσταντίνου. Η εταιρεία μεγαλώνει και γίνεται η πρώτη που προωθεί το τσίπουρο σε όλη την Ελλάδα αλλά και εκτός συνόρων. Με το πέρασμα το χρόνου, η εταιρεία και τα προϊόντα της αποκτούν αναγνωρισιμότητα. Από τις αρχές του 2007, η εταιρεία εισαγωγών και διανομών οινοπνευματωδών ποτών Β. Σ. Καρούλια Α.Ε. αποφασίζει να ενισχύσει το σύνολο των διανομών της και με εμφιαλωμένο τσίπουρο, και αρχίζει συνεργασία με τους αδελφούς Τσιλιλή.
Όπως αναφέρει ο κ. Κώστας Τσιλιλής, «αν και είναι ένα από τα πιο αυθεντικά ελληνικά ποτά, άμεσα συνδεδεμένο με τον ελληνικό τρόπο φιλοξενίας και διασκέδασης, το τσίπουρο δεν είχε κερδίσει μέχρι σήμερα τη θέση και την αναγνωρισιμότητα που του αξίζει. Η εικόνα του ήταν για χρόνια μάλλον υποβαθμισμένη στα μάτια του καταναλωτή, γεγονός που είχε να κάνει κυρίως τόσο με τα ποιοτικά του χαρακτηριστικά όσο και με τον τρόπο με τον οποίο ήταν τοποθετημένο στην αγορά». Μάλιστα, εξηγεί ότι ένας από τους βασικούς στόχους της εταιρείας που εκπροσωπεί, ήταν και παραμένει να αναδείξει την ποιοτική ανωτερότητα και τα συγκριτικά πλεονεκτήματα του τσίπουρου και των αποσταγμάτων σταφυλιού. «Όραμα της εταιρείας μας παραμένει η “ταύτιση”, στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, του ονόματος Τσιλιλή με το ποιοτικό τσίπουρο και τα αποστάγματα σταφυλιού», προσθέτει ο κ. Τσιλιλής.
Οι κτιριακές εγκαταστάσεις της εταιρείας Τσιλιλή βρίσκονται στη Ράξα του Νομού Τρικάλων, σε έκταση 15 στρεμμάτων. Καλύπτουν στεγασμένη επιφάνεια 2.000 τ.μ., είναι επισκέψιμες για το κοινό και περιλαμβάνουν χώρο εισόδου και υποδοχής, γραφειακούς χώρους, χώρους παραγωγής και εμφιάλωσης, χώρους γευσιγνωσίας, υπόγεια κάβα παλαίωσης και αποθηκευτικούς χώρους. Όσο για τα αμπελοτόπια της οικογένειας Τσιλιλή, περίπου 100 στρεμμάτων, βρίσκονται στη Θεόπετρα Καλαμπάκας σε υψόμετρο 250- 300. Όλοι οι αμπελώνες Τσιλιλή εκτείνονται μέσα στη ζώνη του Τοπικού Οίνου Μετεώρων. Οι ποικιλίες που καλλιεργούνται, είναι οι: Ξινόμαυρο, Ασύρτικο, Μαλαγουζιά, Chardonnay, Cabernet Sauvignon, Cabernet Franc, Μerlot και Syrah, ενώ σε πειραματικό στάδιο βρίσκονται οι ποικιλίες Μοσχόμαυρο και Λημνιώνα.
Επένδυση 2 εκατ. ευρώ
Τα τελευταία χρόνια ο κύκλος εργασιών της Κ. Τσιλιλής Α.Ε. καταγράφει συνεχή ανοδική πορεία. Η οικονομική χρήση του 2007 έκλεισε με τζίρο 4.500.000 ευρώ και κέρδη 450.000 ευρώ. Η εταιρεία πραγματοποιεί εξαγωγές των προϊόντων της σε ποσοστό 10%-15% του τζίρου της, σε διάφορες χώρες (Γερμανία, ΗΠΑ, Καναδά, Ουγγαρία, Ολλανδία, κ.ά.). Στο τέλος του 2010 ολοκληρώνεται επένδυση ύψους 2 εκατ. ευρώ που αφορά στον εκσυγχρονισμό των μηχανολογικών εγκαταστάσεων και την επέκταση των κτιριακών εγκαταστάσεων της εταιρείας.
Στόχος των αδερφών Τσιλιλή, να γεμίσουν με τσίπουρο όσο το δυνατόν περισσότερα ποτήρια από αυτά που τσουγκρίζουν οι Έλληνες στις παρέες τους.
tips
Το 1988 ο τότε υπουργός Οικονομικών Δημήτρης Τσοβόλας επέτρεψε την εμφιάλωση του τσίπουρου, που μέχρι τότε μπορούσε να κυκλοφορεί μόνο χύμα και για ιδία κατανάλωση
Εξάγεται το 15% της παραγωγής
Η εταιρεία παράγει σήμερα σε ετήσια βάση περισσότερα από 500.000
λίτρα τσίπουρου τον χρόνο, καθώς και κρασιά ανώτερης ποιότητας με την επωνυμία Κτήμα Θεόπετρα. Από το σύνολο της παραγωγής του τσίπουρου, το 10%-15% εξάγεται, ενώ στην εγχώρια αγορά το 25% διακινείται μέσω των αλυσίδων σούπερ μάρκετ και το υπόλοιπο 75% από το χονδρεμπόριο σε εστιατόρια, τσιπουράδικα κ.λπ. Όπως στο κρασί, έτσι και στα αποστάγματα σταφυλιού, η ποιότητα των σταφυλιών καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την ποιότητα του τελικού προϊόντος. Η εταιρεία Τσιλιλή, για τον καλύτερο έλεγχο της πρώτης ύλης, καλλιεργεί ιδιόκτητους αμπελώνες στη Θεόπετρα Καλαμπάκας και συνεργάζεται με συμβεβλημένους αμπελουργούς της περιοχής Τιρνάβου. Η πρόσφατη κατοχύρωση του τσίπουρου ως αποκλειστικά ελληνικού προϊόντος ανοίγει νέους δρόμους και, όπως λέει ο κ. Τσιλιλής, τα επόμενα χρόνια οι κινήσεις που θα γίνουν θα έχουν σαν στόχο να ανοίξουν αγορές εκτός των ελληνικών συνόρων.







