Στα σκοτεινά με ήχους και ψίθυρους
Πριν από λίγες ημέρες γιορτάστηκε παγκόσμια η Μέρα του Δισκάδικου (Record Store Day). Μια χαρούμενη υπενθύμιση, στους νεαρότερους κυρίως μουσικόφιλους, πως μπορείς «να δεις, να αγγίξεις, να μυρίσεις, να χαζέψεις» τη μουσική. Και δεν είναι καθόλου άσχημο ή περιττό αυτό.
Ανοίγεις τα μάτια με δική σου ευθύνη. Αλλιώς, απλώνεις τα χέρια μπροστά και προχωράς στα σκοτεινά. Δεν σου εγγυώμαι τίποτε, δηλαδή δεν υπάρχει καμιά ασφάλεια εκεί έξω, παρά ένας ζοφερός, αμείλικτος, επικίνδυνος κόσμος. Τα machine guns γαζώνουν και αν καταφύγεις στο «Silence» δεν σου υπόσχομαι ότι δεν θα φοβηθείς πιο πολύ. Τα βλέπεις όλα τριπλά. Κυνηγητό κάτω από μαύρη βροχή στις αποβάθρες. Όπου μουσκεμένοι ήχοι, επίμονος βόμβος και παραπλανητικοί ψίθυροι στη ζούγκλα ατέλειωτων οικοδομικών τετραγώνων κινούνται κυκλωτικά γύρω σου. Ελικόπτερα και πόρτες που ανοιγοκλείνουν. Στα βαθιά- deep water- χωρίς σωσίβιο. Ποιος είναι ο κυνηγός, τελικά; Μήπως the «hunter» είσαι εσύ;
Είναι προειδοποίηση, απειλή ή απλώς επισήμανση (πως την τρίτη φορά πρέπει ήδη να ξέρεις) η εισαγωγή του άλμπουμ στα πορτογαλικά- μέσα σε σκρατς σαν από παλιά ταινία- από Βραζιλιάνο δάσκαλο της καποέιρα στην περιοχή του Μπρίστολ; Είναι απλό, ύστερα από δέκα χρόνια, οι Ρortishead επιστρέφουν με το σκοτεινό Τhird. Κλειστοφοβικό και παγωμένο σαν μέταλλο που σκουριάζει, ενώ ο Τζοφ Μπάροου και ο Άντριαν Άτλεϊ μετατρέπουν τη σήψη σε ποίηση, τρέχοντας μακριά από το trip hop καταφύγιο των πρώτων χρόνων. Μέχρι εκεί, υποκλίνεσαι στο ταλέντο. Από εκεί και μετά γίνεται η καθοριστική κίνηση, η φωνή της Μπεθ Γκίμπονς, εύθραυστη, αγέρωχη, ανελέητη και τσακισμένη. Δηλαδή η κάθαρση, αυτό που σε περιμένει μετά, ονειρικό, υπερβατικό, τέλειο. Ή κάτι τελείως διαφορετικό. Κάτι που δεν θέλεις καν να ξέρεις.
Portishead και γιατί τους ψηφίζουμε
● Ξεκίνησαν από το Μπρίστολ (που δεν είναι ούτε Λίβερπουλ ούτε Μάντσεστερ ούτε Λονδίνο) και «δημιούργησαν» μαζί με άλλους τον πιο ωραίο urban ήχο.
● Έχουν μουσικές συγγένειες με τους Μassive Αttack (που τους ψηφίζουμε επίσης).
● Δεν υπάρχουν πολλές Μπεθ Γκίμπονς!
● Για το «Dummy» (1994) και το «Ρortishead» (1997)
● Για το «Οut of Season» της Γκίμπονς με τον Ράστιν Μαν.
● Για τη noir αισθητική και φιλοσοφία τους.
● Για την «κλασική» συναυλία τους με τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης. ● Γιατί δεν κάνουν καριέρα στον Τύπο αλλά στη μουσική.
● Για το περσινό Αll Tomorrows Ρarties (φεστιβάλ) που επιμελήθηκαν και έπαιξαν οι Sparklehorse και ο Seasick Steve.
Σκοτώνοντας με το γάντι…
Η τζαζ κόβει σαν λεπίδι και αρκετοί σίριαλ κίλερ έχουν ακολουθήσει αυτή τη μέθοδο, κάνοντας κομματάκια ευαίσθητες, πληγωμένες καρδιές που περίμεναν να βρουν λίγη συμπόνια. Για τη W orrisome Ηeart (UCJ), την ανήσυχη καρδιά, που τραγουδάει η Μelody Gardot είναι μια μεγάλη περιπέτεια. Η μουσική για τη Μέλοντι ήταν θεραπευτική διαδικασία, από τη στιγμή που ένα αυτοκίνητο τη χτύπησε στον δρόμο. Έγραψε τα πρώτα της τραγούδια στο κρεβάτι και αυτά άρχισαν να ανοίγουν παράθυρα στη ζωή της. Θυμίζει λίγο τη Νόρα Τζόουνς και γράφει τραγούδια, μαλακά σαν βαμβάκι, σκληρά σαν κόκαλο που δαγκώνεις μέσα σε ψαχνό
Πώς να το παραβλέψεις που ξεκινάει με «Sirtaki a Ηelsinki» ο αγαπητός Rene Αubry, που τόσο πολύ μας είχε αρέσει με το «Κiller Κid» (και άλλα) παλαιότερα και εξακολουθεί να μας αρέσει με τη ρευστή μουσική του, ένα σάουντρακ σε ταινία αόρατων τραγουδιών- Ρlaytime ( ΑΝΚΗ) σαν παιχνίδι. Ο Ρενέ αγαπάει την Ελλάδα και τον Χατζιδάκι, παίζει μπουζούκι εδώ, εκτός από κιθάρες, μαντολίνο και μπάντζο και είναι σε φόρμα killer όσο και ποιητή.
… και άλλα εγκλήματα
«Ένοχη» τρεις φορές – Guilty, guilty, guilty (Μute)- η Diamanda Galas εκλιπαρεί τους ουρανούς να δείξουν έλεος στα εγκλήματα αγάπης, τα ματωμένα μπλουζ και την α λα Γκαλάς έκδοση του Αγ. Βαλεντίνου. Όλα αρχίζουν σαν ρομάντζο για να καταλήξουν στο καθαρτήριο και από εκεί «Down So Low», καθώς η Ντιαμάντα κάνει νάζια σαν τζαζ τραγουδίστρια και βρυχάται ελευθερώνοντας δαίμονες και θεριά. Μη φοβηθεί κανείς, ξέρει να βάζει το κακό στη θέση του.







