ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ μ΄ έχει πιάσει μια απάθεια. Ο κόσμος γύρω μου καίγεται, εγώ χαζεύω τα ταβάνια. Επίσης τα πατώματα. Επίσης τα νύχια μου. Επίσης ό,τι ηλίθιο, άχρηστο, γελοίο, άνευ ουσίας και σημασίας κάτσει στον δρόμο μου.
Παίζω με τις ώρες με το κυλιόμενο μενού του κινητού μου. Κατεβάζω εικονίτσες, μουσικούλες και βιντεάκια, κατά προτίμησιν, παντελώς άχρηστα. Κλικ. Κάνω antivirus κάθε τρεις και λίγο στον κομπιούτορα, αναβαθμίζω τα αναβαθμισμένα, μου κολλάνε μες στην αγρύπνια μου, μες στα μαύρα κι άραχλα μεσάνυχτα κάτι τρελές εμμονές: Ποιοι είναι οι δέκα ωραιότεροι πύργοι στην Ευρώπη;
(Α, δεν σου ΄πα: Ο κόσμος γύρω εξακολουθεί να καίγεται)…
Πληκτρολογώ «Εuropean castles top 10».
Κλικ. Στο νούμερο ένα είναι το κάστρο του Leeds, λίγο έξω από το Λονδίνο! Τι ωραία, τι καλά, όλα είναι ανθηρά, καλέ έχω πάει εγώ σ΄ αυτό το κάστρο. Τρέλα! Πρώτη φορά είδα μαύρους κύκνους στις θεσπέσιες λίμνες του. Τι χλίδα, τι πολυτέλεια, τι το κρύσταλλο να στραφταλίζει και τα ασήμια να λαμποκοπάνε. Σίγουρα όποιοι έμεναν εκεί κάποτε δεν είχαν ουδεμία καΐλα για Ασφαλιστικό, επιδόματα, επικουρικά, πλειστηριασμούς και υπερχρεωμένες πιστωτικές…
(Ο κόσμος εξακολουθεί να καίγεται).
Η νύχτα προχωράει, βαθαίνει, σκουραίνει…
Κλικ. Πληκτρολογώ «Εuropean museums top 10». Λούβρο, Πράντο, Βρετανικό Μουσείο… Βγαίνω από την ιστοσελίδα γιατί αχός βαρύς ακούγεται, βαριά κουλτούρα πέφτει!
Κάνω ένα σουλάτσο σε πιο λάιτ ιστοσελίδες… Κλικ. Πανάκριβες γόβες και η τσαντούλα που κρατούσε η Γκρέις Κέλι η μακαρίτισσα. Αυτή που κοστίζει όσο ένας ετήσιος μισθός, δυο επιδόματα και το μισό του επικουρικού ταμείου… Και που, μεταξύ μας, αν έκανε 50 ευρώ ούτε που θα της έριχνες δεύτερη ματιά. Χαζεύω την τσάντα, προσπαθώντας να αποφύγω τα λαϊκίστικα: Ένα τέτοιο κροκό αξεσουάρ σώζει ένα παιδί που πεθαίνει, μπλα, μπλα, μπλα…
Δεν βαριέσαι… Τι είναι ο κάβουρας, τι είναι το ζουμί του… Αν δεν πεθάνουν και μερικοί, πώς θα επιβιώσουν οι υπόλοιποι; Εδώ προσπαθώ να μπλοκάρω μέσα μου τι θα γίνει με το Ασφαλιστικό που είναι δίπλα πόρτα! Σιγά τώρα με τις αναγωγές του ποδαριού σε ηπείρους που πεθαίνουν, σε πλανήτες που υπερθερμαίνονται και πάγους που λειώνουν… Κλικ, κλικ, κλικ!
Ξέρεις, χαρά μου, τι κουβεντιάζανε μεταξύ τους ο γιος μου και οι φίλοι του; Αυτά τα παιδιά, αυτή η γενιά που στα 15 τους χρόνια η πολιτεία τούς τραβάει απ΄ το μανίκι και τους πιέζει να αποφασίσουν ΤΩΡΑ τι θα κάνουν στην υπόλοιπη ζωή τους; Συνήθως συζητάνε για κορίτσια, παιχνίδια, συστήματα υπολογιστών, μια σαββατιάτικη έξοδο στο σινεμά, τον καθηγητή που γουστάρουν ή τον άλλον που τους τη σπάει. Νορμάλ φάσεις, σαν τις δικές μας στα χρόνια τους…
Προχτές τους πέτυχα να συζητάνε ποιο είναι το μίνιμουμ μηνιαίο ποσό με το οποίο μπορεί να επιβιώσει ένας άνθρωπος σήμερα. Να κάθονται με τις ώρες και να κάνουν υπολογισμούς- φουλ στο άγχος και στην αγωνία. Με 1.000 ευρώ μπορείς να ζήσεις; Αν έχεις ένα κεραμίδι στο κεφάλι σου, χωρίς ενοίκιο, χωρίς οικογένεια, χωρίς διασκέδαση, χωρίς καν μια βόλτα (γιατί πόσο να πάει άραγε η βενζίνη;) Αν δηλαδή δεν ζεις: Απλά, επιβιώνεις. Απλά συντηρείσαι στη ζωή με ψωμοτύρι, κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους μιας τσουρούτικης γκαρσονιέρας. Τότε βγαίνεις με το χιλιάρικο;
Μιλάμε για παιδιά, ΟΚ; Το καταλάβαμε, το εμπεδώσαμε, το συνειδητοποιήσαμε; Μιλάμε για την ηλικία των ονείρων. Στα 15 ονειρεύεσαι, στα 25 διαψεύδεσαι: Κι εσύ και τα όνειρά σου.
Κι όμως, το τραπέζι αναποδογυρίζει. Όλα τα γυαλικά γίνονται θρύψαλα! Αυτή η γενιά προσπερνάει το όνειρο και φτάνει κατευθείαν στη διάψευση. Γιατί ξέρει καλά τι την περιμένει. Ξέρει πως τα πανεπιστήμια και τα πτυχία και τα διπλώματα δεν είναι παρά ένα σφουγγαρόπανο στην αγορά εργασίας. Ξέρει πως στα συρτάρια στις δημόσιες υπηρεσίες ξεχειλίζουν βιογραφικά νεαρών επιστημόνων με κατάρτιση, με γλώσσες, με μεταπτυχιακά, με διδακτορικά. Τα μεγαλύτερα αδέλφια των φίλων τους τελειώνουν το πανεπιστήμιο και μοιράζουν πίτσες από σπίτι σε σπίτι.
Άρα γιατί να ονειρευτείς; Για ποιον να ονειρευτείς; Σε ποιο αύριο να επενδύσεις την ψυχούλα σου; Όταν το χτες και το σήμερα είναι για τα μπάζα- το αύριο τι; Θα πάθει τη μετάλλαξη του ιού του άνθρακος;
Το όραμα γίνεται εφιάλτης. Ο στόχος γίνεται τρόμος. Με 1.000 ευρώ βγαίνω κακήν κακώς; Αυτή είναι η ουσία! Σαν την παλιά ελληνική ταινία:
«Να βρω μια τρύπα να… τρουπώσω!».
«Να περάσει έξω από την πόρτα μου η ζωή. Και να συνεχίσει τον δρόμο της, χωρίς να με πάρει χαμπάρι. Να περάσω ντούκου, ρε παιδί μου, μπορώ; Αυτό είναι το όραμά μου για το αύριο:
Να περάσω ντούκου! Τι είναι ο άνθρωπος, τι είναι το ζουμί του!».
ΚΙ εγώ σαν γονιός τι να πω; Τι μπαρούφες, τι ηλιθιότητες, τι μαλακίες πρέπει να πω;
Σωπαίνω… Και με πιάνει η νύχτα απ΄ τον λαιμό. Να χαζεύω ταβάνια, πατώματα και νύχια. Να μετράω τη σιωπή με τα κλικ του υπολογιστή μου. Κλικ. Να αγωνίζομαι να ΜΗ σκέφτομαι. Κλικ.
Να ΜΗ δρω, να ΜΗΝ αντιδρώ. Κλικ. Κι αύριο, μέρα είναι- λέμε τώρα!!! Άσε να σκάσει μύτη η ηλιαχτίδα από τη γρίλια και βλέπουμε… Κλικ, κλικ, κλικ…
Τελικά, η ζωή είναι «τρία κλικ αριστερά», Κατερίνα;
Τι είν΄ ο άνθρωπος, τι είναι το ζουμί του







