«Προτιμώ να μην εξηγώ τα έργα μου. Ζωγραφίζω με το ένστικτο. Ξαφνικά
παρασέρνομαι από την εικόνα μιας άδειας καρέκλας. Είναι κάτι το σωματικό:
πρέπει να το αισθάνεσαι το έργο, την ενέργειά του». Άντονι Τάπιες
|
Άντονι Τάπιες. Ένα από τα σχέδια που φιλοξένησε η «Λιμπερασιόν»
|
Το φύλλο της Λιμπερασιόν που κυκλοφόρησε το περασμένο Σάββατο ήταν
διαφορετικό από τα άλλα. Από την πρώτη σελίδα μέχρι την τελευταία, φιλοξενούσε
σχέδια του μεγάλου Καταλανού ζωγράφου Άντονι Τάπιες, που εκείνη ακριβώς την
ημέρα συμπλήρωνε τα ογδόντα του χρόνια. Γράμματα, σχέδια, φράσεις,
αντικείμενα, χέρια που στάζουν αίμα, το κόκκινο και το μαύρο κυριαρχούν, άλλα
χρώματα δεν υπάρχουν. Γιατί άραγε, ρωτούν τον καλλιτέχνη οι δύο δημοσιογράφοι
που τον επισκέφθηκαν στη Βαρκελώνη, υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος; Μα,
εκείνος δεν θέλει να απαντήσει. Όταν πηγαίνεις σε μια συναυλία, λέει, δεν
κάνεις διευκρινιστικές ερωτήσεις στον αρχιμουσικό, το μόνο που μπορεί να πει
είναι ότι παραμένει εκστασιασμένος από τον τρόπο με τον οποίο κάθε αντικείμενο
είναι συνδεδεμένο με το οικουμενικό σύνολο. H δουλειά του καλλιτέχνη είναι να
συσχετίζει τα υλικά πράγματα μεταξύ τους, τα οποία με τη σειρά τους
συσχετίζονται με τα πνευματικά πράγματα. Υπάρχει έτσι ένα πνεύμα αδελφότητας
ανάμεσα στα πράγματα.
Το 1974 εκτελέστηκε στην Καταλωνία ο Πουίγκ Άντικ, ο τελευταίος πολιτικός
κρατούμενος που δολοφονήθηκε από το φρανκικό καθεστώς. Ο Τάπιες είχε στείλει
ένα γράμμα στον Φράνκο ζητώντας του να σταματήσει το έγκλημα, αλλά χωρίς
αποτέλεσμα. Ζωγράφισε τότε έναν πίνακα με τα αρχικά του νεκρού. Ζωγράφισε
επίσης και την καταλανική σημαία. «H ιστορία της Καταλωνίας με βοήθησε πολύ,
γραπώθηκα απ’ αυτήν, χωρίς αυτήν θα είχα πεθάνει εδώ και καιρό», λέει στη
Λιμπερασιόν. Αλλά η καθοριστική στιγμή στη ζωή του ήταν άλλη. Ήταν μια
μέρα του 1946, που βρήκε πεταμένη και τσαλακωμένη σε ένα δρόμο της Βαρκελώνης
μια σελίδα εφημερίδας με νεκρολογίες. H εικόνα αυτή τον σημάδεψε, είχε ένα
δραματικό χαρακτήρα, ήταν συγκινητικό τόσο το περιεχόμενο αυτής της σελίδας
όσο και ο τρόπος με τον οποίο την είχαν πετάξει. Από τότε, οι σταυροί έχουν
κεντρική θέση στα έργα του.
H εφημερίδα γίνεται βέβαια για να καταστρέφεται, αυτός είναι ο προορισμός της,
την τσαλακώνουν, τη σκίζουν, τυλίγουν ψάρια μ’ αυτήν κι ύστερα την πετάνε στο
καλάθι. Αλλά ο Τάπιες δεν μπορεί να συμφιλιωθεί μ’ αυτή την ιδέα, διακατέχεται
από την ανάγκη να προστατεύσει τις εφημερίδες, καθώς και να τις διαβάσει. Ίσως
φταίει το ότι θεωρεί το διάβασμα ιεροτελεστία, θέλει μιάμιση ώρα για να
διαβάσει τη Βανγκουάρδια, ίσως ο λόγος είναι ότι η Ισπανία ήταν μια
φτωχή χώρα και οι εφημερίδες χρησίμευαν σε πολλά πράγματα. Παρεμπιπτόντως, το
ξέρετε ότι το καταλανικό Σύνταγμα είναι το πρώτο γραπτό κείμενο δημοσίου
δικαίου στον κόσμο;








