H συζήτηση για το ελληνικό έθνος – σε τι συνίσταται, πόσο παλιό είναι, τι
σχέση έχει με τα γειτονικά έθνη κ.λπ. – δεν περιορίζεται μόνο στις συζητήσεις
των ειδικών. Αποτελεί ακόμη και σήμερα καυτό ζήτημα το οποίο απασχολεί ένα
ευρύ φάσμα του ελληνικού λαού, όπως είδαμε και με το περίφημο Μακεδονικό πριν
από δέκα χρόνια. Αλλά ακόμη και μεταξύ έγκυρων διανοουμένων, δεν λείπουν οι
διαξιφισμοί για πράγματα αυτονόητα (βλ. π.χ. άρθρο Νάσου Βαγενά στο Βήμα
της Κυριακής, 24-8-2003).
Στη μελέτη του εθνικισμού επικρατούν διεθνώς δύο κύριες τάσεις. H μία (που
είναι ώς τώρα η επικρατέστερη) πρεσβεύει ότι το έθνος, ως συλλογική ταυτότητα,
και η αντίστοιχη ιδεολογία – ο εθνικισμός – είναι προϊόν των δύο τελευταίων
αιώνων. Ο εθνικισμός «κατασκευάζει» το έθνος και όχι το αντίθετο. H δεύτερη
σχολή συμφωνεί ως προς το σύγχρονο τού έθνους. Διαφωνεί όμως σε ό,τι αφορά τα
περιθώρια κατασκευής του. Θεωρεί ότι οι μυθοπλαστικές ικανότητες των ελίτ και
των εθνικών ιστορικών περιορίζονται από ορισμένα προϋπάρχοντα
εθνοτικά-πολιτισμικά στοιχεία και ιστορικά γεγονότα. Δηλαδή ο εθνικισμός όντως
«κατασκευάζει» το έθνος, αλλά τα εθνοτικά σύμβολα προϋπάρχουν (γλώσσα,
θρησκεία, κουλτούρα, κοινή ζωή και ιστορία σε μία περιοχή, κ.λπ.), δεν
«εφευρίσκoνται» εκ του μηδενός. Έτσι πιο εύκολα «πιάνει» ο ελληνικός,
γαλλικός, γερμανικός, ιρλανδικός ή σερβικός εθνικός μύθος/εθνική ιστορία και η
συλλογική ταυτότητα απ’ ό,τι π.χ. η προσπάθεια δημιουργίας μίας νοτιοσλαβικής,
βρετανικής, oθωμανικής ή παγκυπριακής εθνικής συνείδησης.
Οι εθνικές ιστορίες προεκτείνουν αναχρονιστικά την ύπαρξη ενός έθνους σε ένα
μακρινό και ένδοξο παρελθόν, σε εποχές που η σημερινή έννοια και αίσθηση του
έθνους και της εθνικής ταυτότητας ήταν άγνωστη (επικρατούσαν άλλες μορφές
συλλογικής ταυτότητας: η εντοπιότητα, η θρησκεία, το θρησκευτικό δόγμα, η
νομιμοφροσύνη στον ηγεμόνα ή σε ένα κράτος-πόλη, η κοινωνική τάξη ή το
επάγγελμα, κ.λπ.). Αυτή η νοερή φυγή προς τα πίσω είναι εγγενής σε αυτή
καθαυτή την έννοια του έθνους «ως της μεγαλύτερης δυνατής ομάδας ανθρώπων που
έχει πιστέψει ότι συνδέεται με κοινή καταγωγή» (κατά τον εύστοχο ορισμό του W.
Connor).
H ελληvική εθvική ταυτότητα διαπvέεται, μέχρι και σήμερα, από τη ρoμαvτική
αvτίληψη περί τoυ έθvoυς ως αναλλοίωτου και διαχρovικού. Επικράτησε, από το
τελευταίο τρίτο του 19ου αιώvα, η εθνική αφήγηση της αδιάλειπτης συvέχειας τoυ
ελληνικού έθvoυς επί 3.000 χρόνια, το γνωστό σχήμα (κατασκευή) του K.
Παπαρρηγόπουλου. Οποιαδήποτε αμφισβήτηση αυτού του σχήματος θεωρείται από τους
περισσότερους συμπατριώτες μας (ακόμη και από τους περισσότερους μορφωμένους)
εκ του πονηρού, κατασκεύασμα «των εχθρών της πατρίδας», ιεροσυλία. Δεν γίνεται
αντιληπτό ότι όπως όλα τα έθνη έτσι και το δικό τους είναι προϊόν του
νεωτερισμού. Στις περισσότερες μάλιστα περιπτώσεις ανά τον κόσμο αποτελεί
προϊόν μόλις του 20ού αιώνα (βλ. π.χ. Κούρδοι, Σλαβομακεδόνες, Βόσνιοι
Μουσουλμάνοι). Ακόμη και στις περιπτώσεις πρότυπων εθνικών κρατών όπως η
Γαλλία, η εθνική συνείδηση έγινε μαζική μόλις στο τελευταίο τέταρτο του 19ου
αιώνα, έπειτα από συνειδητή κρατική πολιτική εθνικής ολοκλήρωσης (αναφέρομαι
στο κλασικό έργο του Eugene Weber, Peasants into Frenchmen).
H ελληνική συλλογική ταυτότητα είναι απαράμιλλη σε μύθους κλέους, μία ιδανική,
όπως έχει λεχθεί, εθνική ταυτότητα (Αρχαίοι Έλληνες, Μεγαλέξανδρος, Βυζαντινή
Αυτοκρατορία…). Ωστόσο, περιέργως, αυτό δεν έχει συμβάλει στο να
αισθανόμαστε ψυχολογικά ασφαλείς, αλλά το αντίθετο. Επιπλέον το ιδεoλόγημα τoυ
λίκvoυ τoυ πολιτισμού γέννησε, ως μη έδει, την έπαρση και αλαζονεία έναντι των
άλλων λαών και ειδικά έναντι των γειτόνων μας.
Ο Αλέξης Ηρακλείδης είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο
Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Πάντειου Πανεπιστημίου.







