Ανοίγω το ραδιόφωνο και πέφτω πάνω στην ασυλλήπτου εξυπνάδας διαφήμιση που μας
περιγράφει γλαφυρά τον φοβερής ευφυΐας Θεσσαλονικιό που κυνηγάει στο χαλαρό τη
στυλάτη Αθηναία, αλλά ο φουκαράς παραπονιέται στον φίλο του (συγγνώμη στον
δικό του), ναι, μ’ αυτήν τη χαρακτηριστική ντε προφορά ότι δεν προλαβαίνει
τους ρυθμούς της – η κυρία παίζει μάλιστα τένις – και όλα αυτά, πίνοντας
(πάντα χαλαρά) τι άλλο; Τον φραπέ του. Ξεφυλλίζω περιοδικά και το μάτι μου
κολλάει στη διστακτική απάντηση «επώνυμων» Θεσσαλονικέων που καλούνται να
απαντήσουν στην ευρηματική τσιτάτη ερώτηση «πόσο χαλλλλαρά είναι εκεί πάνω
(προφανώς πολύ ψηλά) στη Σαλλλονίκη» και αν επέστρεψε η μάνα Θεσσαλονικιά –
ίσως και Ποντία μαζί – από το προσκύνημά της στην Παναγία Σουμελά.
Ξεροκαταπίνω. Προσπερνώ. Δεν σε παίρνει, σκέφτομαι. Είσαι πολύ φρέσκια στο
L.Α. (Λεκανοπέδιο Αθηνών) για να αντιδράς. Παιχνιδάκι είναι, θα περάσει κι
αυτό. Ώσπου μου τηλεφωνεί ο συνάδελφός μου, που τυγχάνει να γνωρίζει ότι έχω
«κατέβει» από τη Θεσσαλονίκη και με ρωτάει με το κατάλληλο αξάν αν νιώθω
χαλαρά!!! Με θυμό λοιπόν δηλώνω: οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης (αν εξαιρέσεις
τις εξαιρέσεις) δεν μιλούν έτσι. Αντιμετωπίζουν προβλήματα παρόμοια με των
υπολοίπων φυσιολογικών ανθρώπων. Έχουν άγχη, σκέφτονται, δουλεύουν πολύ και
δυσκολεύονται ιδιαίτερα να μετακινηθούν στη γεμάτη αιωρούμενα σωματίδια πόλη
τους, λόγω κυκλοφοριακού και έλλειψης χώρων στάθμευσης.
H ζωή στην (ερωτική;) Θεσσαλονίκη δεν είναι μόνο μάσα και ξάπλα. Σίγουρα είναι
μία πόλη με πολλά ελαττώματα και πολύ περισσότερα σύνδρομα. Είναι όμως άδικο
να ταυτίζονται όλοι οι κάτοικοί της με τη βαρεμάρα, τη διάθεση αναζήτησης
αυτονόητων στόχων και τη χαλαρότητα.
Στο φινάλε, ποτέ δεν βάφτισαν «καλαμάκι» την πίτα σουβλάκι και πλατεία τα
πέντε τετραγωνικά τσιμέντου.
Αφιερωμένο από μία μη Θεσσαλονικιά στα… καρντάσια της!







