Το είδος της πιστωτικής κάρτας συναρτάται με το εισόδημα του δανειολήπτη και

τη γενικότερη περιουσιακή του κατάσταση.

Δηλαδή, οι τράπεζες, προκειμένου να εκδώσουν μια κάρτα, δεν ζητούν μόνο

φωτοτυπία του εκκαθαριστικού σημειώματος, αλλά εξετάζουν και μια σειρά άλλων

παραγόντων, που προσδιορίζουν την πιστοληπτική ικανότητα του υποψήφιου

κατόχου, όπως αν έχει στην κατοχή του ακίνητα, αν έχει πάρει καταναλωτικό και

στεγαστικό δάνειο, αν έχει στην κατοχή του αυτοκίνητο, κ.λπ.

Οι ενδιαφερόμενοι, ανάλογα με το ύψος του εισοδήματός τους και την

πιστοληπτική τους ικανότητα, όπως θα αξιολογηθεί από την τράπεζα, μπορούν να

αποκτήσουν κλασική, ασημένια, χρυσή και πλατινένια πιστωτική κάρτα.

Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι σήμερα έχει οξυνθεί τόσο ο ανταγωνισμός

μεταξύ των τραπεζών, ώστε σε ορισμένες περιπτώσεις τα εισοδηματικά κριτήρια

παρακάμπτονται.

Ο ενδιαφερόμενος, πάντως, θα πρέπει να γνωρίζει ότι σε γενικές γραμμές,

για την έκδοση μιας απλής πιστωτικής κάρτας το μίνιμουμ του εισοδήματός του,

θα πρέπει να είναι γύρω στα 6.000 ευρώ, για την έκδοση μιας ασημένιας γύρω στα

12.000 ευρώ, μιας χρυσής γύρω στα 18.000 ευρώ και για μια πλατινένια γύρω στα

24.000 ευρώ.

Βάσει της πιστοληπτικής ικανότητας του πελάτη η τράπεζα ορίζει και το

πιστωτικό όριο της κάρτας του, το οποίο θα είναι και το «πλαφόν» των

συναλλαγών του.

Για παράδειγμα, σε γενικές γραμμές το πιστωτικό όριο μιας απλής κάρτας

κυμαίνεται μεταξύ 1.000 – 1.200 ευρώ. Όταν οι αγορές του κατόχου υπερβούν το

όριο αυτό, τότε το επιπλέον ποσό γίνεται απαιτητό στο σύνολό του, μέχρι την

ημερομηνία εξόφλησης ή μέσα στο περιθώριο της ημερομηνίας εξόφλησης.

Έτσι, πελάτης που έχει πιστωτικό όριο 1.000 ευρώ και πληρώνει ελάχιστη

μηνιαία καταβολή 2,5% (25 ευρώ), αν κάνει αγορές 1.200 ευρώ με την κάρτα του,

τότε τον επόμενο μήνα θα πρέπει να πληρώσει τα 200 ευρώ συν την ελάχιστη

καταβολή.

Ως γενικότερα κριτήρια που παίζουν ρόλο για τη χορήγηση μιας πιστωτικής κάρτας

θα μπορούσε κανείς να αναφέρει τη σταθερότητα του επαγγέλματος του υποψήφιου

δανειολήπτη, καθώς και το να είναι μόνιμος κάτοικος Ελλάδας τα τελευταία

χρόνια.

Διαφορετικά, δηλαδή, θα αντιμετωπίσει μια τράπεζα κάποιον που έχει σταθερή

δουλειά τα τελευταία δέκα χρόνια και διαφορετικά έναν άλλο που αλλάζει κάθε

χρόνο εργασία.

Γι’ αυτό και αρκετές τράπεζες ζητούν, εκτός από τη φωτοτυπία του

τελευταίου εκκαθαριστικού της Εφορίας, επιπλέον βεβαιώσεις που να αποδεικνύουν

ότι ο υποψήφιος κάτοχος συνεχίζει να απασχολείται στη συγκεκριμένη εργασία.

Φυσικά, όλες οι τράπεζες πριν από τη χορήγηση κάρτας ελέγχουν τη φερεγγυότητα

του πελάτη, δηλαδή την ομαλή αποπληρωμή των πάσης φύσεως υποχρεώσεών του

(επιταγές, δάνεια, κ.λπ).

Ο έλεγχος αυτός γίνεται μέσω του Τειρεσία και εξετάζεται αν εκκρεμούν εις

βάρος του πελάτη ακάλυπτες επιταγές. Επίσης, σημαντικό ρόλο παίζει πάντα και η

σχέση του πελάτη με την ίδια την τράπεζα.

Πάντως, οι τράπεζες δεν έχουν ακόμη τη δυνατότητα να διασταυρώσουν αν ο

πελάτης έχει πάρει από άλλες τράπεζες δάνεια ή κάρτες και σε ποιο βαθμό

εξυπηρετεί κανονικά τις υποχρεώσεις του, αφού δεν έχει ακόμη τεθεί σε

λειτουργία το νέο αρχείο του Τειρεσία.

Ο κύριος χρήστης της κάρτας μπορεί να κάνει αίτηση και για

συμπληρωματική κάρτα – πρόσθετου μέλους, όπως λέγεται – η οποία

χρησιμοποιείται από οποιοδήποτε μέλος της οικογένειάς του. Ισχύουν τα ίδια

κριτήρια για την έκδοσή της.

Ανάλογα με την εκδότρια τράπεζα προσφέρονται και κάποια προνόμια, όπως η

απαλλαγή του κύριου μέλους από την ετήσια συνδρομή.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.