ΛΑΪΚΟΣ ΣΥΝΘΕΤΗΣ-ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ


Στη θρυλική παλιά φρουρά των κορυφαίων του λαϊκού τραγουδιού ανήκει ο
Βαγγέλης Περπινιάδης, που συμπληρώνει ήδη 55 χρόνια καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Συνεχίζει να τραγουδά με το ίδιο πάθος που είχε όταν ξεκίνησε. Ερμηνευτής και
συνθέτης εκατοντάδων τραγουδιών (ρεμπέτικα, λαϊκά, έντεχνα, δημοτικά) υπήρξε
και «υμνογράφος» του Ολυμπιακού, της ΑΕΚ και του Παναθηναϊκού. Παραμένει
ακμαίος και δημιουργικός.


Ο γιος του Στελλάκη Περπινιάδη, ο Ευάγγελος, επιβεβαιώνει τη ρήση «το μήλο
κάτω απ' τη μηλιά»;


Ναι, έτσι είναι. Μετά τον πατέρα μου, συνέχισα εγώ και τώρα έχει πάρει τη
σκυτάλη ο γιος μου, ο Στελλάκης.


Πενήντα πέντε χρόνια πρωταγωνιστής στο λαϊκό τραγούδι. Δεν κουραστήκατε;


Όχι, γιατί με ξεκουράζει η αγάπη του κοινού. Γιατί είμαι πρωταγωνιστής και
εργάτης μαζί.


Το ξεκίνημά σας;


Έγινε αναπάντεχα το 1947, στα ταλέντα του Τραϊφόρου, στο Πεδίον του Άρεως.
Είπα ένα τραγούδι της Βέμπο και μου πρότειναν δουλειά σε θέατρο!


Σε ποιο θέατρο;


Στην «Αύρα» Κορυδαλλού, με τον θίασο Νικήτα Πλατή και πρωταγωνιστές τούς Νίκο
Φέρμα και Νίκο Ρίζο.


Τι τραγούδια λέγατε;


Ελαφρά, της Βέμπο: «Λίγες καρδιές αγαπάνε», «Σβήσε το φως κι έλα κοντά μου».
Μου έδιναν 30 δρχ. κάθε βράδυ.


Στο λαϊκό πώς βρεθήκατε;


Το έζησα και το αγάπησα από τη βυζαντινή μεγαλοπρέπεια, από τους μεγάλους
καλλιτέχνες της Σμυρνιώτικης Σχολής στην Κοκκινιά.


Οι πρώτες επαφές με λαϊκούς;


Στα γνωστά κέντρα της περιοχής. Στου «Περιβολά», στου πατέρα μου «Στελλάκης»
(Στελλάκης Περπινιάδης), στο Χαϊδάρι και αλλού, μεταξύ 1950 και '53, στου
«Βλάχου» Αιγάλεω, στο «Φαληρικό» Τζιτζιφιές.


Η αρχή στο studio;


To 1953, όταν τραγούδησα με τη Χρυσάφη τη σύνθεση του Κώστα Καπλάνη
«Σουρουπώνει».


Και συνθέτης;


Το 1956 γραμμοφώνησα ένα δικό μου τραγούδι στις 78 στροφές «Κλάψτε με φίλοι,
κλάψτε με». Έγινε μεγάλη επιτυχία.


Στη συνέχεια;


Είπα πολλά δικά μου τραγούδια, που ο κόσμος τα αγάπησε: «Άσ' τα νάζια βρε
Μαρίτσα», «Βρε Μαριώ μου είσαι γλύκα», «Είμαι μάγκας με καρδιά».


Το τραγούδι που σας καθιέρωσε;


«Το τάβλι» ή πιο γνωστό «Τα νέα της Αλεξάνδρας», του Κώστα Γιαννίδη!


Πώς έγινε αυτή η απίθανη συνεργασία;


Άκουσε, τυχαία, στο studio τη φωνή μου, τη χαρακτήρισε βελούδινη και μου είπε
ότι οπωσδήποτε «θα πεις τραγούδια μου».


Οι πιο μεγάλες επιτυχίες σας;


Δεν μετριούνται. Πάντως θυμάμαι το «Αχ γιατί δεν μ' αγαπάς», «Μαχαρανή», «Ένας
κούκλος και μια κούκλα», «Γύρισε κοντά μου», «Δεν έχω παλάτια και λεφτά»,
«Θέλεις να πεθάνω».


Οπαδός της ΑΕΚ και «υμνογράφος» του Παναθηναϊκού και του Ολυμπιακού. Πώς
συμπίπτει;


Μου αρέσει πολύ το ποδόσφαιρο. Για τον Ολυμπιακό έγραψα δύο ύμνους. Έναν το
1963, το «Ολυμπιακέ - Ολυμπιακέ», και έναν το 1965: «Ολυμπιακός του Μπούκοβι».


Είχε εμπορική επιτυχία αυτή η «υμνογραφία»;


Οι δύο ύμνοι του Ολυμπιακού πούλησαν 350.000 δίσκους, της ΑΕΚ 25.000 και του
Παναθηναϊκού 15.000 δίσκους.


Στον χώρο του έντεχνου πώς βρεθήκατε;


Μου έκανε πρώτα την τιμή ο Χρήστος Λεοντής, που του τραγούδησα με τη Ρία Νόρμα
έξι τραγούδια και δώσαμε συναυλίες στο Δημοτικό του Πειραιώς και στο «Βεάκη»
στην Αθήνα.


Στον κινηματογράφο;


Έπαιξα μεικτό ρόλο τραγουδιστή - ηθοποιού στους «Άγγελους του πεζοδρομίου», με
Δέσπω Διαμαντίδου, Διονύση Παπαγιαννόπουλο, καθώς και σε άλλες ταινίες.


Και στο δημοτικό τραγούδι;


Έχω δώσει την ψυχή μου, με συγκλονίζουν τα δημοτικά. Είναι τα εθνικά μας
σύμβολα!


Τα πανηγύρια;


Το πιο σημαντικό κομμάτι της ζωής μου. Αγάπησα τον κόσμο και με λάτρεψαν
παντού σε όλη την Ελλάδα. Ιδιαίτερα τον κόσμο της επαρχίας και τους απόδημους
Έλληνες ανά την υφήλιο.


Οι πιο δυνατές συγκινήσεις;


Με τους Έλληνες, σε όλο τον κόσμο. Όπου κι αν πήγα, με σήκωσαν στα χέρια.
Αγάπη που δεν περιγράφεται με λόγια!


Τι αγαπάτε περισσότερο στη ζωή;


Την οικογένειά μου. Τη γυναίκα μου Μαρίτσα, τα τέσσερα παιδιά μας, τα 14
εγγόνια και τα 3 δισέγγονά μου. Και έπεται συνέχεια, πρώτα ο Θεός!


Γιατί διαλέξατε αυτόν τον τίτλο «Πριν το τέλος» στο πρόσφατο βιβλίο με την
αυτοβιογραφία σας;


Γιατί πιστεύω ότι πρέπει να είμαστε λογικοί και να γνωρίζουμε τι θα μας συμβεί
στα επόμενα χρόνια. Τα πάντα στη ζωή έχουν αρχή και τέλος, αρκεί να ξέρεις
γιατί ζεις και γιατί πεθαίνεις!