Πάνω από δέκα φορές επαναλαμβάνονται στην προανακριτική απολογία του Βασίλη

Τζωρτζάτου οι λέξεις «δεν θυμάμαι». Εκτός από τον Μανώλη (Χριστόδουλο Ξηρό),

τον Λουκά (Δημήτρη Κουφοντίνα), τον Μιχάλη (Σάββα Ξηρό), τον Λάμπρο (Αλέξανδρο

Γιωτόπουλο) και τον «Αλέκο» δεν αναφέρει κανένα άλλο μέλος της τρομοκρατικής

οργάνωσης.

Ο Βασίλης Τζωρτζάτος, γνωστός στα υπόλοιπα μέλη της 17 Νοέμβρη με το κωδικό

όνομα «Σταμάτης»

Ακόμη και γι’ αυτές τις περιπτώσεις που αναφέρει ότι πήραν μέρος περισσότερα

μέλη δηλώνει πως δεν θυμάται ποια ήταν αυτά. Και βέβαια, όλα τα πρόσωπα που

κατονομάζει – πλην του Δ. Κουφοντίνα – βρίσκονται ήδη στα χέρια της

Αστυνομίας, ενώ δεν δίνει κανένα στοιχείο προσδιορισμού της ταυτότητας του

«Αλέκου».

Ένα ακόμη αγαπημένο ρήμα του Βασίλη Τζωρτζάτου είναι το «δεν ξέρω», αφού η

μνήμη του δεν τον βοηθά ούτε καν να θυμηθεί λεπτομέρειες που αφορούν τη δράση

και τις κινήσεις του ίδιου. Τηρεί με τον τρόπο αυτό την αρχή του συνωμοτισμού,

βάσει της οποίας είτε το μέλος της οργάνωσης δεν ομολογεί είτε παίρνει πάνω

του κατηγορίες χωρίς να «δίνει» άλλα μέλη. Ο Τζωρτζάτος δίνει «καμένα»

ονόματα.

Με ιδεολογικό μανδύα

Ο Βασίλης Τζωρτζάτος, γνωστός στα υπόλοιπα μέλη της 17 Νοέμβρη με το κωδικό

όνομα «Σταμάτης», από την αρχή κιόλας της προανακριτικής του απολογίας,

ενώπιον των αξιωματικών της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας, προσπαθεί να βάλει

ιδεολογικό πλαίσιο στην ένταξή του στην τρομοκρατική οργάνωση. «Το 1982, όταν

έμεινα στο πατρικό μου σπίτι, στην Κηπούπολη», λέει, «ήταν περίοδος

πολιτικοποίησης, μαζικών, εργατικών και κοινωνικών διεκδικήσεων».

Ο Τζωρτζάτος στρατολογείται στην τρομοκρατική οργάνωση το 1985 από τον

Χριστόδουλο Ξηρό, που έχει γνωρίσει μέσω ενός κοινού τους φίλου. Όπως λέει,

αφού τον προϊδέασε, τού «είπε στα ίσα να μπει στη 17 Νοέμβρη» και εκείνος

δέχθηκε. Μετά τη στρατολόγησή του γνωρίζεται με τον Λουκά (Δημήτρης

Κουφοντίνας). Αρχίζει να αναλαμβάνει ενεργό ρόλο σε χτυπήματα της 17 Νοέμβρη

σε ελάχιστο χρόνο από τη στιγμή της ένταξής τους στους κόλπους της οργάνωσης.

Είναι ο τσιλιαδόρος στη δολοφονία του εκδότη της «Απογευματινής» Νίκου

Μομφερράτου και του οδηγού του Παναγιώτη Ρουσσέτη.

Η φρασεολογία

Περιγράφοντας πώς εξελίχθηκε το σχέδιο δολοφονίας των δύο ανδρών, ο Τζωρτζάτος

χρησιμοποιεί εκφράσεις που παραπέμπουν ευθέως στη φρασεολογία των προκηρύξεων.

Αυτό είναι ένα στοιχείο που αναδεικνύεται σε ολόκληρη την απολογία του:

«Αποφασίσαμε», λέει, «να εκτελέσουμε τον Μομφερράτο για τον κιτρινισμό της

εφημερίδας του και για την έκφραση της μεγαλοαστικής τάξης». Ένα στοιχείο

έντονου κυνισμού που αναδεικνύεται αμέσως μετά, είναι πως, όπως λέει, την

επομένη της διπλής δολοφονίας, στον απολογισμό που έκαναν οι τρομοκράτες λέει

πως έμειναν όλοι ικανοποιημένοι από το αποτέλεσμα. Στη συνέχεια ο Τζωρτζάτος

εξακολουθεί να χρησιμοποιεί εκφράσεις-σφραγίδες της 17 Νοέμβρη, που έχουν κατά

καιρούς επαναληφθεί στις προκηρύξεις, κάτι που δεν κάνει άλλος απολογούμενος

στην Αντιτρομοκρατική. «Αποφασίσαμε να εκτελέσουμε τον Αγγελόπουλο», λέει,

«γιατί εκφράζει τη λούμπεν μεγαλοαστική τάξη»: η ΛΜΑΤ ήταν χαρακτηρισμός που

επαναλάμβανε η 17 Νοέμβρη. Με τον ίδιο κυνισμό και την ίδια φρασεολογία

περιγράφει και την απόπειρα δολοφονίας του νευροχειρουργού Ζαχαρία Καψαλάκη,

στο Χαλάνδρι: «Αποφασίσαμε να εκτελέσουμε τον μεγαλοϊδιώτη απατεώνα γιατρό

Καψαλάκη, που έπαιρνε υπέρογκα ποσά για νευρολογικές εγχειρήσεις και έπαιρνε

μεγάλα ποσά από φτωχαδάκια για να τα εξετάσει με τα μηχανήματα που είχε». Στην

ίδια λογική ο Τζωρτζάτος δεν μιλάει για κλεμμένα αυτοκίνητα, αλλά για

«απαλλοτριωμένα».

Και ο Βασίλης Τζωρτζάτος, πάντως, αν και περιγράφει τόσο το χτύπημα με

ρουκέτες κατά του κτιρίου της ΕΟΚ, στη Βασιλίσσης Σοφίας, όσο και «το φιάσκο

της Αστυνομίας στη Λουίζης Ριανκούρ», δεν αναφέρει συμμετοχή γυναίκας, τόσο

στο επιχειρησιακό στάδιο όσο και σε εκείνο της προετοιμασίας. Σημειώνεται ότι

και οι δύο αυτές υποθέσεις έχουν συνδεθεί με γυναικείες παρουσίες – μάλιστα

στην πρώτη είχαν δοθεί στη δημοσιότητα και δύο σκίτσα γυναικών.

Συνδέει τα χτυπήματα με το πολιτικό σκηνικό

Είναι ο μόνος από τους κατηγορουμένους που είναι γνωστές οι προανακριτικές

τους απολογίες, που συνδέει τα χτυπήματα και τις δολοφονίες με το πολιτικό

σκηνικό που επικρατούσε σε κάθε περίπτωση: «Στον Πέτσο», λέει, «πήγα γιατί

ήταν το σκάνδαλο Κοσκωτά, γι’ αυτό κάναμε και τον Μπακογιάννη». Σημειώνει

πάντως, ότι δεν πήρε μέρος στη δολοφονία του βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας.

Αντίστοιχα, για το χτύπημα της διμοιρίας των ΜΑΤ στην περιοχή του Κάραβελ,

υποστηρίζει πως αποφασίστηκε για λόγους αντίδρασης στην «υπέρμετρη καταστολή»

της εποχής, «που είχε αποκορύφωμα τη δολοφονία του Μιχάλη Καλτεζά». Κυνικά

λέει για το χτύπημα, που είχε ως συνέπεια τον θάνατο ενός νεαρού αστυφύλακα,

ότι «δύο με τρεις μέρες μετά τη δολοφονία του Καλτεζά είχαμε συναντηθεί εγώ, ο

Λουκάς και ο Μανώλης σε κάποιο μέρος που δεν θυμάμαι. Εκεί ο Λουκάς είπε να

χτυπήσουμε με βόμβα λεωφορείο των ΜΑΤ. Οι υπόλοιποι συμφωνήσαμε να γίνει η δουλειά».

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.