|
Αγαπήθηκε πολύ όσο ήταν στη ζωή, καθιερώθηκε για τη φωνή του, έμελλε όμως μετά θάνατον να γίνει η αφορμή για υπερθεάματα που ξεφλουδίζουν τη μνήμη του, κυνηγώντας την τηλεθέαση στο όνομα δήθεν της αγάπης
|
Δεν λέει να σταματήσει η εκμετάλλευση του ονόματος του Στέλιου Καζαντζίδη. Ενώ
ζούσε ακόμη, ενώ ψυχορραγούσε, υποχρεώθηκε να υποστεί το ξεφλούδισμα της
προσωπικής του ζωής από ασεβή τηλεπαράθυρα και δελτία ειδήσεων. Τώρα μια
καινούργια υπόθεση φέρνει το όνομά του στα ίδια τηλεοπτικά σαλονάκια του
μακάβριου κουτσομπολιού και, φυσικά, δεν χάνουν την ευκαιρία οι τελετάρχες του
τηλεοπτικού ξεκατινιάσματος να αξιοποιήσουν τα καινούργια στοιχεία.
Μια οικογενειακή υπόθεση, που φέρνει αντιμέτωπους τον αδελφό τού
Στέλιου Καζαντζίδη, Στάθη, με τις κόρες του, για χρήματα, τα οποία φαίνεται
πως είναι αρκετά για να ανοίγουν ορέξεις. Ενδιαφέρονται αίφνης πολλοί και
σπεύδουν προς υπεράσπιση πότε των κοριτσιών και πότε του πατρός και ακόμη και
η χήρα Καζαντζίδη εμπλέκεται για να υποστηρίξει διεκδικήσεις άλλων. Όλα αυτά
αποτελούν ιδανική τροφή για κουτσομπολοεκπομπές που, με το πρόσχημα της
μεσολάβησης ώστε να διαλυθούν οι οικογενειακές παρεξηγήσεις, στήνουν
υπερθεάματα προσβολής της μνήμης ενός ανθρώπου, που δεν μπορεί να παρέμβει πια
για να δώσει λύση, για να σταματήσει τον οικογενειακό σπαραγμό. Τρεις
συνέχειες έδωσε ο «Γυάλινος Τοίχος» της Τατιάνας Στεφανίδου στην υπόθεση, ενώ
οι δύο αδελφές, κόρες του Στάθη Καζαντζίδη, Ταβιθά και Γεσθημανή,
φιλοξενήθηκαν από το δελτίο του Νίκου Ευαγγελάτου, που διαφήμιζε από νωρίς ότι
μέσω των τηλεπαραθύρων του θα συμβεί αυτή η οικογενειακή συνάντηση. Όλα,
φυσικά, με το πρόσχημα ότι η τηλεόραση θα επιδείξει την ανθρωπιά και τη
ζεστασιά που χρειάζονταν τα δύο κορίτσια και που ο τρόπος ζωής ή οι αμαρτίες
γονέων τα χώρισαν και τώρα τα ενώνει η κοινή διεκδίκηση. Μόνο που το θέαμα δεν
είναι ποτέ σπλαγχνικό για τα ανθρώπινα, είναι κανιβαλικό, τρέφεται από τη
δυστυχία, από τις οικογενειακές κόντρες, από τη μνήμη του θείου των δύο
κυριών, η οποία προσδίδει στην υπόθεση πρόσθετη αίγλη, ώστε να ανταμειφθούν οι
σπλαγχνικές παρεμβάσεις τής κ. Τατιάνας και του κ. Ευαγγελάτου με την ανάλογη
τηλεθέαση.
«Εμείς δεν θέλουμε να ανακατευθούμε στις προσωπικές υποθέσεις», έλεγε και
ξανάλεγε η κ. Τατιάνα, ενώ στα τηλεπαράθυρα φίλοι, γνωστοί και συγγενείς είχαν
αρχίσει το ξεφλούδισμα, άνθρωποι έτσι κι αλλιώς άμαθοι από τις τηλεοράσεις και
με προσωπικούς καημούς να ξεσπάσουν, άρα ιδανικά θύματα για το κανιβαλικό
όργιο της εκπομπής. «Εμείς παρεμβαίνουμε μόνον επειδή πιστεύουμε ότι αυτός ο
πατέρας – ο κ. Στάθης Καζαντζίδης – δεν φέρθηκε όπως έπρεπε στα παιδιά του».
Το πιο σκληρό στοιχείο του μιντιακού πολιτισμού μας είναι το παζάρι της
θλίψης, αυτό το φαντασμαγορικό εμπόριο του πόνου για χαμένα πρόσωπα, ιδίως αν
υπήρξαν λαμπερά και δημοφιλή.
Πέφτουν πάνω στη χαμένη ζωή οι συγγενείς να απομυζήσουν ό,τι απόμεινε
από τη μνήμη, να την κάνουν φύλλο – φτερό, ανοίγει η όρεξη μιας τηλεόρασης που
επιδίδεται στην τυμβωρυχία και αρχίζει ένα καταναλωτικό όργιο των μυστικών
λεπτομερειών της ζωής του ανθρώπου που δεν υπάρχει πια.
Κάποτε, οι νεκροί αποτελούσαν – γι’ αυτόν εδώ τον πολιτισμό, που επιβίωσε
τιμώντας τους – τα ιερά και τα όσια. Και αν ήταν πρόσωπα σπουδαία – όταν
ζούσαν – και αγαπητά, τότε και τα μυστικά τής οικογένειας γίνονταν
απροσπέλαστα, μόνο και μόνο για να τιμηθεί η μνήμη. Με την τηλεόραση άλλαξαν
όλα, έγιναν θέαμα και η ζωή και ο θάνατος, καταργήθηκαν από τη διαστροφική
τους εικόνα. Και όσο μεγαλύτερη η λάμψη της εικόνας, τόσο μεγαλύτερο και
φαντασμαγορικό το μένος για την αμαύρωσή της.








