|
|
Όταν στην Ελλάδα η καταναλωτική δαπάνη, ως ποσοστό του ΑΕΠ, είναι στο 4,6% και
στην Ισπανία φτάνει στο 11,1%, αντιλαμβάνεται κανείς ότι τα περιθώρια αύξησής
της στη χώρα μας είναι κάτι παραπάνω από σημαντικά. Το ίδιο ισχύει για το
σύνολο της λιανικής τραπεζικής. Οι πρώτοι που το αντελήφθησαν αυτό ήταν οι
ίδιοι οι τραπεζίτες, που «χτίζουν» πάνω σε αυτή την προσδοκία την πολιτική
τους για τα επόμενα χρόνια.
Όπως τονίζει ο κ. Βασίλης Τραπεζάνογλου, γενικός διευθυντής της Τράπεζας
Πειραιώς, «η λιανική τραπεζική θα συνεχίσει να συγκεντρώνει το ενδιαφέρον των
τραπεζών και τα επόμενα χρόνια, για πολλούς λόγους». Και εξηγεί: «Πρώτα απ’
όλα, η πτώση των επιτοκίων αναγκάζει τις τράπεζες να δώσουν προτεραιότητα στα
προϊόντα της λιανικής τραπεζικής, που προσφέρουν ακόμη αξιόλογα περιθώρια
κέρδους. Δεύτερον, ο εντεινόμενος ανταγωνισμός των τραπεζών μπορεί να ασκηθεί
ευκολότερα στον χώρο αυτό, επειδή η διαφοροποίηση είναι ευκολότερη. Τρίτον, η
παρουσία στη λιανική τραπεζική αποτελεί αμεσότερη και ασφαλέστερη έκφραση της
διείσδυσης μιας τράπεζας σε μια αγορά. Το δίκτυο και η πελατεία αποτελούν τη
φυσική έκφραση της παρουσίας αλλά και της ισχύος της τράπεζας, ενώ η διασπορά
του κινδύνου σε μεγάλο αριθμό πελατών διασφαλίζει ομαλότερη εξέλιξή της».
Μύθος τα περί υπερδανεισμού
Η αντίθετη άποψη που εκφράζεται, πάντως, σε ό,τι αφορά αυτήν την προσδοκώμενη
μεγέθυνση του δανεισμού στα επόμενα χρόνια, έχει να κάνει με το γεγονός ότι
δεν είναι λίγοι αυτοί που πιστεύουν ότι ήδη τα ελληνικά νοικοκυριά είναι
υπερχρεωμένα.
Ο κ. Τραπεζάνογλου διαφωνεί. «Νομίζω«, λέει, ότι «είναι λανθασμένη αυτή η
περιρρέουσα αντίληψη. Πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν τα εξής: Ο δανεισμός των
ελληνικών νοικοκυριών, ως ποσοστό του ΑΕΠ, είναι πολύ χαμηλότερος από άλλες
ευρωπαϊκές χώρες.
Μειώνεται δραματικά τα τελευταία χρόνια η επιβάρυνση από τόκους για τα ποσά
που δανείζονται οι πελάτες των τραπεζών, λόγω της μεγάλης πτώσης των
επιτοκίων, επομένως η συνολική επιβάρυνση από τον δανεισμό μειώνεται ανάλογα.
Αξιόλογο ποσοστό του δανεισμού στη στεγαστική πίστη γίνεται για τυπικούς
λόγους (π.χ. εξασφάλιση από το πόθεν έσχες) και δεν αποτελεί δυσβάσταχτη
υποχρέωση. Τέλος, δεν είναι σπάνια η περίπτωση στεγαστικών δανείων με
επενδυτικό σκοπό, όπου ο δανειολήπτης αξιοποιεί το εισόδημα από τη μίσθωση του
ακινήτου για την αποπληρωμή του δανείου».
Ενδιαφέρον στοιχείο για τη «χαρτογράφηση» του συνολικού δανεισμού των Ελλήνων,
αποτελεί η κατανομή του μεταξύ των νοικοκυριών, ανά είδος πίστης. «Έρευνα
αγοράς της Τράπεζας Πειραιώς», επισημαίνει ο κ. Τραπεζάνογλου, «δείχνει ότι
15% περίπου των νοικοκυριών, στα μεγάλα αστικά κέντρα, έχουν προσωπικό ή
καταναλωτικό δάνειο, στο 30% περίπου των νοικοκυριών υπάρχει κάτοχος
πιστωτικής κάρτας, ενώ 9% περίπου των νοικοκυριών αποπληρώνει στεγαστικό
δάνειο.
Ενδιαφέρον είναι ότι πολύ μεγάλο ποσοστό πελατών δηλώνουν ότι απέκτησαν αυτά
τα τραπεζικά προϊόντα στη διάρκεια των δύο τελευταίων ετών». Σύμφωνα με την
ίδια έρευνα, «οι εργαζόμενοι στον ευρύτερο δημόσιο τομέα εμφανίζουν πολύ
υψηλότερο ποσοστό χρήσης τραπεζικών προϊόντων και ειδικά προϊόντων
καταναλωτικής πίστης, σε σύγκριση με εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα. Από
άποψη κινδύνου για επισφάλειες, είτε είναι εύπορος κανείς είτε φτωχός, έχει
σημασία αν έχει δανειστεί υπερβολικά σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημά του και
αν τα εισοδήματά του είναι σταθερά ή αβέβαια». Σπεύδει, πάντως, να παραδεχθεί
ότι «δεν είναι υπερβολική η εκτίμηση ότι θα υπάρξουν κάποιες περιπτώσεις
νοικοκυριών που θα βρεθούν σε δυσκολία να καλύψουν τις υποχρεώσεις που
δημιούργησαν με κάποια ευκολία. Η τράπεζά μας, πάντως, βελτιώνει συνεχώς τις
μεθόδους αποτίμησης της φερεγγυότητας, χρησιμοποιώντας συστήματα στάθμισης
κινδύνου».
Στη στεγαστική πίστη
Αν, πάντως, η καταναλωτική πίστη αναμένεται ότι θα διπλασιασθεί στα αμέσως
επόμενα χρόνια, τότε η στεγαστική πίστη, σύμφωνα πάντα με τα ισχύοντα στην
Ευρώπη, έχει περιθώρια για ακόμη μεγαλύτερη μεγέθυνση. Σύμφωνα με τον γενικό
διευθυντή της Πειραιώς, «βραχυπρόθεσμα, η στεγαστική πίστη μάλλον θα γνωρίσει
ταχύτερη ανάπτυξη από την καταναλωτική πίστη, τόσο γιατί υπάρχουν μεγαλύτερα
περιθώρια ανάπτυξης όσο και γιατί τα σχετικά τραπεζικά προϊόντα έχουν γίνει
εξαιρετικά ελκυστικά, όπως το στεγαστικό δάνειο με άτοκο το πρώτο εξάμηνο και
3,6% για το επόμενο εξάμηνο, της Τράπεζας Πειραιώς, που τριπλασίασε τον
τελευταίο μήνα τον ρυθμό αιτήσεων για στεγαστικά δάνεια που δέχεται.
Επίσης, υπάρχει αυξημένη ζήτηση για καλής ποιότητας κατοικίες και εξοχικά, ως
αποτέλεσμα της βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου του ελληνικού πληθυσμού.
Μεσοπρόθεσμα, όμως, θα υπάρξει κάποια κάμψη, τόσο λόγω σχετικού κορεσμού όσο
και λόγω αύξησης των τιμών των ακινήτων. Σημαντική αύξηση, νομίζω, θα υπάρξει
στα τραπεζικά προϊόντα για επαγγελματίες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις».
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η κατάσταση δεν είναι ιδανική. Και αυτό, γιατί η
αβεβαιότητα στον επιχειρηματικό στίβο δεν μπορεί, εκ των πραγμάτων, να
εξαλειφθεί. «Γενικά, τα πράγματα στη λιανική τραπεζική γίνονται πιο σύνθετα
και αβέβαια», τονίζει ο κ. Τραπεζάνογλου. «Ο χρόνος ζωής των προϊόντων έχει
μικρύνει εξαιρετικά και στις αγορές μονιμοποιείται η αβεβαιότητα και η
ρευστότητα. Θα μετράει πολύ η ικανότητα για εκμετάλλευση της συγκυρίας και των
ευκαιριών. Ο πιο σημαντικός, επομένως, παράγοντας επιτυχίας για τις τράπεζες,
είναι να προσφέρουν καλής ποιότητας υπηρεσίες και καινοτόμα προϊόντα, τα οποία
θα ανταποκρίνονται εύστοχα σε ανάγκες ή προσδοκίες της πελατείας».
Ειδικά σε ό,τι αφορά την Τράπεζα Πειραιώς, ο γενικός διευθυντής της
επισημαίνει ότι «η πολιτική μας για την καταναλωτική πίστη στηρίζεται στην
εξίσωση κατανόηση των αναγκών των πελατών, συν άνετη εξυπηρέτηση μέσω
πολλαπλών δικτύων, συν πελατοκεντρική κουλτούρα στο προσωπικό« που θα αποφέρει
μακροχρόνιες και κερδοφόρες σχέσεις με τους πελάτες».
Κερδισμένος ο καταναλωτής
Μέσα στο νέο τοπίο που τείνει να διαμορφωθεί, ο παράγων πελάτης θα είναι αυτός
γύρω από τον οποίο θα κινηθούν στο σύνολό τους οι στρατηγικές των τραπεζών.
«Ασφαλώς, ο ανταγωνισμός θα φέρει οφέλη και στον καταναλωτή, αφού η
υπερπροσφορά τραπεζικών προϊόντων προσφέρει δυνατότητα επιλογής. Ερώτημα
είναι, αν ο πελάτης διαλέγει πάντοτε το προϊόν που τον συμφέρει ή αυτό που
έχει εξυπνότερο περιτύλιγμα».
Εδώ, έχει αρχίσει να ισχύει ο κανόνας της ευρύτερης λιανικής αγοράς, ότι
επικρατούν τα προϊόντα των τραπεζών που «πείθουν», είτε με το προϊόν είτε με
την ικανότητα προβολής και προώθησης.
Οι πελάτες θα διαλέγουν, όλο και περισσότερο, αυτό που εκτιμούν ότι
ανταποκρίνεται στις επιθυμίες και τις προσδοκίες τους, αλλά θα μετράει και το
ποιος είναι αυτός που το προσφέρει και πόσο ελκυστικό είναι συνολικά το
προσφερόμενο προϊόν. Η λιανική τραπεζική τείνει να γίνει πράγματι… λιανική».
Ποιος είναι ο Βασίλης Τραπεζάνογλου
Ο γενικός διευθυντής της Τράπεζας Πειραιώς γεννήθηκε το 1947 στο Σοχό
Θεσσαλονίκης. Είναι πτυχιούχος Μαθηματικών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης,
Εφαρμοσμένης Πληροφορικής του Πανεπιστημίου Grenoble Γαλλίας και του
μεταπτυχιακού τμήματος Περιφερειακής Ανάπτυξης Παντείου Πανεπιστημίου.
Ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Επιστημόνων Η/Υ και Πληροφορικής (πρόεδρός
της, 1983-’86), διηύθυνε τα Κέντρα Πληροφορικής των ΕΛΔΑ (1975-’81), της ΜΟΤΟΡ
ΟΙΛ (1981-’91) και της Xiosbank (1992-’98). Από τον Δεκέμβριο του 1998
εργάζεται στην Τράπεζα Πειραιώς, αρχικά ως αναπληρωτής γενικός διευθυντής και
από τον Νοέμβριο του 1999 ως γενικός διευθυντής με αρμοδιότητα, αρχικά, την
Οργάνωση, την Πληροφορική και τη Winbank και από φέτος τα Προϊόντα Λιανικής
Τραπεζικής και τη Winbank. Εποπτεύει, επίσης, την επιχειρηματική δραστηριότητα
του Ομίλου στους κλάδους πληροφορικής και νέων υπηρεσιών.








