|
|
Η ποσόστωση είναι ένα αμφιλεγόμενο μέτρο. Μπορεί, όπου εφαρμόστηκε, το ποσοστό
συμμετοχής των γυναικών στα ανώτερα κλιμάκια της πολιτικής ιεραρχίας να
παρουσιάζει κατακόρυφη άνοδο, εξακολουθεί όμως να αντιμετωπίζεται με
καχυποψία. Και κάθε προσπάθεια εφαρμογής της προκαλεί αντιδράσεις, που δεν
περιορίζονται μόνο στο “στρατόπεδο των ανδρών”.
Αυτό έγινε φανερό την περασμένη Τετάρτη, όταν η υπουργός Εσωτερικών κ. Βάσω
Παπανδρέου κατέθεσε τροπολογία στη Βουλή, που προβλέπει ότι η συμμετοχή στους
συνδυασμούς υποψήφιων συμβούλων στις δημοτικές, κοινοτικές και νομαρχιακές
εκλογές από κάθε φύλο πρέπει να είναι ίση με το 1/3 του συνολικού αριθμού των
υποψηφίων κάθε συνδυασμού. Η τροπολογία έγινε δεκτή και αυτό σε απλά ελληνικά
σημαίνει ότι πλέον σε κάθε ψηφοδέλτιο για την Τοπική Αυτοδιοίκηση το 33,3% των
υποψηφίων πρέπει να είναι γυναίκες. Περιέργως, οι εντονότερες αντιδράσεις δεν
εκφράστηκαν από άνδρες βουλευτές, αλλά από μια γυναίκα, την κ. Ελένη
Κούρκουλα.
Η βουλευτής του ΠΑΣΟΚ υποστήριξε ότι το συγκεκριμένο μέτρο δεν προωθεί την
ισότητα, αλλά μειώνει τις γυναίκες, επειδή τις αντιμετωπίζει σαν μια ειδική
κοινωνική κατηγορία, που δεν είναι ισότιμη με εκείνη των ανδρών. Το επιχείρημα
αυτό δεν είναι νέο. Ανήκει στο οπλοστάσιο των αντιπάλων της ποσόστωσης από
τότε που άνοιξε η σχετική συζήτηση στις σκανδιναβικές χώρες, πριν από 40
χρόνια.
Φυσικά, η κ. Παπανδρέου γνωρίζει αυτά τα επιχειρήματα και όπως παραδέχτηκε στη
Βουλή, στο παρελθόν υπήρξε και η ίδια κατά της ποσόστωσης. Σήμερα όμως θεωρεί
το μέτρο αναγκαίο: “Είμαι υπέρ της ποσόστωσης επειδή δεν υπάρχει άλλος δρόμος
για να αυξηθεί η συμμετοχή των γυναικών στην πολιτική. Και στη Γαλλία για
πολλά χρόνια αντιδρούσαν στις ποσοστώσεις, κατέληξαν όμως ότι δεν υπάρχει
άλλος τρόπος. Μόλις θεσμοθέτησαν ότι το 50% των υποψηφίων πρέπει να είναι
γυναίκες, τα πράγματα άλλαξαν άρδην. Στις τελευταίες εκλογές, οι γυναίκες
δημοτικοί και νομαρχιακοί σύμβουλοι ανέβηκαν στο 40%. Πέρα από την ενίσχυση
της γυναικείας συμμετοχής, το αποτέλεσμα είναι και μια εξαιρετικά σημαντική
ανανέωση του πολιτικού προσωπικού”.
Όπως η κ. Παπανδρέου, έτσι και η βουλευτής της Ν.Δ. κ. Ντόρα Μπακογιάννη
υπήρξε στο παρελθόν κατά της ποσόστωσης. “Νομίζω ότι όλες εμείς, που κατά
κάποιον τρόπο θεωρείται ότι φτάσαμε στην κορυφή, υπήρξαμε αρχικά αντίθετες.
Αντιληφθήκαμε όμως ότι αυτό δεν βοηθάει. Δεν αντιμετωπίζεται η άρνηση
συμμετοχής και δεν δημιουργούνται κίνητρα συμμετοχής των γυναικών αν για μια
μεταβατική περίοδο δεν υπάρξει ποσόστωση”.
Κίνητρο
Η κ. Μπακογιάννη αναφέρει ότι η τροπολογία για την ποσόστωση έχει την
υποστήριξη όλων των γυναικών της Βουλής. “Υπάρχουν, φυσικά, επιχειρήματα κατά
της ποσόστωσης, αλλά η εικόνα της Ελλάδος με 5,5% συμμετοχή των γυναικών στο
εθνικό Κοινοβούλιο είναι ντροπή. Πρέπει λοιπόν να δημιουργήσουμε κίνητρα, δεν
υπάρχει άλλος τρόπος. Και αναφέρω ενδεικτικά ότι αμέσως μετά την υπερψήφιση
της τροπολογίας, υπήρξαν νέες γυναίκες που εκδήλωσαν ενδιαφέρον για συμμετοχή
στους αυτοδιοικητικούς συνδυασμούς”.
Η βουλευτής του ΣΥΝ κ. Μαρία Δαμανάκη υπήρξε από την αρχή υπέρ της ποσόστωσης,
έχει μάλιστα καταθέσει και πρόταση νόμου στη Βουλή για την εφαρμογή της στις
εθνικές εκλογές: “Πιστεύω ότι αν υπήρχαν ίσες δυνατότητες, κάτι τέτοιο θα ήταν
περιττό. Δεν υπάρχουν όμως”, επισημαίνει. “Αυτό που ζητάμε, είναι να υπάρξει
μια ώθηση ώστε οι γυναίκες να έρθουν στην ίδια αφετηρία με τους άνδρες και να
διαγωνίζονται με ίσους όρους”. Τονίζει πάντως ότι πρόκειται για ένα μεταβατικό
μέτρο: “Στη Σκανδιναβία, όπου εφαρμόστηκε και απέδωσε, έχει αρχίσει σήμερα να
καταργείται”.
«Αναγκαστικά μέτρα»
Μόνον οι Φιλελεύθεροι είναι αντίθετοι στην ποσόστωση. Η κ. Ρούσσου, υπεύθυνη
για τον τομέα ισότητας των φύλων, θεωρεί ότι το μέτρο περιορίζει τη λαϊκή
κυριαρχία, αφού οι πολίτες καλούνται να εκλέξουν τους εκπροσώπους τους
ανεξάρτητα από το φύλο, τη θρησκεία, την ομάδα ή μειονότητα. Δεν διαφωνεί όμως
ότι όπου εφαρμόστηκε η ποσόστωση, η συμμετοχή των γυναικών είναι μεγαλύτερη.
“Γιατί πρέπει όμως πάλι να προσφύγουμε σε αναγκαστικά μέτρα; Δεν χρειάζεται
νομοθεσία κάτι τέτοιο. Κάθε κόμμα που θεωρεί την ποσόστωση απαραίτητη, θα
μπορούσε να την εφαρμόσει προαιρετικά”.
Αρκεί όμως αυτό; Στον ΣΥΝ και το ΠΑΣΟΚ υπάρχει ποσόστωση ανάλογη με τον αριθμό
των γυναικών μελών, ενώ η Ν.Δ. πρόκειται να θεσπίσει ποσόστωση 30% στον 5ο
Συνέδριο. Η κ. Παπανδρέου αναφέρει πάντως ότι η προαιρετική ποσόστωση δεν
απέδωσε τα αναμενόμενα. Αντίθετα περιμένει από τη θέσπιση της ποσόστωσης στις
νομαρχιακές και δημοτικές εκλογές μια πολύ σημαντική ανανέωση του πολιτικού
προσωπικού: Υπάρχει το ενδεχόμενο επέκτασης της ποσόστωσης και στις
βουλευτικές εκλογές; Η κ. Παπανδρέου το θεωρεί πρόωρο, ελπίζει πάντως ότι η
θέσπιση του μέτρου στις εκλογές για την Αυτοδιοίκηση θα λειτουργήσει θετικά σε
αυτήν την κατεύθυνση και υπογραμμίζει πως “η κατάσταση στην Ελλάδα είναι
τραγική. Βρισκόμαστε πίσω και από τριτοκοσμικές χώρες. Χρειάζονται
παρεμβάσεις. Αν περιμένουμε αυτό να γίνει από μόνο του, θα περάσουν, σύμφωνα
και με εκτίμηση του ΟΗΕ, περίπου 2.000 χρόνια”.
Τόσο η διεθνής όσο και η ελληνική εμπειρία δείχνουν πάντως ότι τα τελευταία
χρόνια όλο και περισσότερες γυναίκες τηρούν μια κριτική έως αρνητική στάση
απέναντι στην ποσόστωση. Αυτό ως ένα βαθμό οφείλεται στον “απογαλακτισμό” της
νεώτερης γενιάς από τον εξισωτικό μένος του φεμινιστικού κινήματος. Οφείλεται
επίσης στην απόρριψη των ακραίων μορφών του φεμινισμού που είχαν
κατασυκοφαντήσει την ποσόστωση, κάνοντάς την σημαία για την εκ βάθρων ανατροπή
των σχέσεων εξουσίας ανάμεσα στα δύο φύλα. Επιπλέον, το κοινωνικό περιβάλλον
έχει αλλάξει αισθητά σε σχέση με τη δεκαετία του ’60 ή του ’70. Η νομική
ισότητα είναι δεδομένη και το ζητούμενο είναι η κοινωνική αναγνώριση.
Δεν είναι παράξενο λοιπόν που οι γυναίκες ανακαλύπτουν τα κλασικά επιχειρήματα
κατά της ποσόστωσης. “Δεν είμαι αντίθετη στις ποσοστώσεις που προστατεύουν τις
μειονότητες. Οι γυναίκες όμως είναι η πλειοψηφία του πληθυσμού και έχουν τα
ίδια δικαιώματα με τους άνδρες. Ένα μέτρο που προστατεύει την πλειοψηφία,
περιορίζει τα δικαιώματα των άλλων ομάδων”, υποστήριξε η ομοσπονδιακή
βουλευτής Βρένι Σπέρι στον προεκλογικό αγώνα για την εισαγωγή της ποσόστωσης
στα κυβερνητικά αξιώματα στην Ελβετία.
Δεν αμφισβητείται η συνταγματικότητα
Η συνταγματικότητα του μέτρου πάντως δεν αμφισβητείται. Η αναθεώρηση του
Συντάγματος επιτρέπει ρητά μέτρα υπέρ της βελτίωσης της συμμετοχής των
γυναικών και όπως αναφέρει η κ. Παπανδρέου υπάρχουν αποφάσεις του ΟΗΕ και της
Ευρωπαϊκής Ένωσης που την επιβάλλουν. Σε ό,τι αφορά τις αντιρρήσεις από την
πλευρά των γυναικών, παραδέχεται ότι “οι κοινωνικές συνθήκες δεν είναι ίδιες
με αυτές που υπήρχαν πριν από 20 και 30 χρόνια και δεν είναι παράξενο να
εμφανίζονται τέτοιες απόψεις στη νεολαία, ειδικά όταν δεν αντιμετωπίζει
πιεστικά προβλήματα στο κοινωνικό και οικογενειακό της περιβάλλον”. Τονίζει
πάντως ότι η άποψη πως ο καθένας γίνεται με την αξία του και δεν χρειάζονται
ποσοστώσεις είναι μια ιδεολογική άποψη. “Τη διαψεύδει η πραγματικότητα”. Και
επισημαίνει ότι έχει παρουσιαστεί και το φαινόμενο να προβάλλουν επιχειρήματα
κατά της ποσόστωσης γυναίκες που έχουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ωφεληθεί
από την εφαρμογή της.








