|
|
ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ
ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ: Στην οδό Μαυρομματαίων
ΘΥΜΑΤΑΙ: Τους φίλους του.
ΕΛΠΙΖΕΙ: Σε νέους φίλους.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ: Την προχειρότητα.
ΔΕΝ ΣΥΓΧΩΡΕΙ: Κανέναν.
ΧΑΙΡΕΤΑΙ: Αυτούς που ονειρεύονται.
ΛΥΠΑΤΑΙ: Αυτούς που κοιτάνε κάτω.
ΘΑ ΚΑΛΟΥΣΕ ΣΕ ΓΕΥΜΑ: Οποιονδήποτε καλοφαγά.
ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΔΕΝ ΞΕΡΟΥΝ ΓΙ’ ΑΥΤΟΝ: Ότι κατάγεται από τα Ψαρά και
τη Σύρο.
Η πρώτη ταινία που είδε στη ζωή του ήταν όταν δύο αντρικά χέρια τον
τράβηξαν από τη μήτρα της μητέρας του. Αποφάσισε να ασχοληθεί με τον
κινηματογράφο σε ηλικία είκοσι χρόνων, όταν φωτογράφιζε πρόσωπα και κατάλαβε
ότι έλειπε ο λόγος και η μουσική. Για τον ελληνικό κινηματογράφο σήμερα
πιστεύει ότι, επιτέλους, ποτίζεται καλά, και εάν δεν θεριέψει… κακό του
κεφαλιού μας.
Είναι ο σκηνοθέτης της ταινίας «Πίσω πόρτα» Γιώργος Τσεμπερόπουλος.
ΕΡ.: Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τον κινηματογράφο;
ΑΠ.: Είκοσι χρόνων, φωτογράφιζα πρόσωπα. Περίπου τότε μού έλειψε ο λόγος και η
μουσική.
ΕΡ.: Ποια ταινία πρωτοείδατε στη ζωή σας;
ΑΠ.: Δύο αντρικά χέρια να με τραβάνε από τη μήτρα της μάνας μου.
ΕΡ.: Πρόσωπα που σας βοήθησαν;
ΑΠ.: Ο μικρός ήρωας Γιώργος Θαλάσσης, ο Ιούλιος Βερν, ο Ρόμπερτ Μίτσαμ.
ΕΡ.: Έχετε δεχτεί χτυπήματα κάτω από τη μέση;
ΑΠ.: Μόνο ερωτικά.
ΕΡ.: Κινηματογράφος ή κάτι άλλο (TV, θέατρο) και γιατί;
ΑΠ.: Κινηματογράφος για το «ψέμα» των φακών του, και θέατρο για την αλήθεια
των στιγμών του.
ΕΡ.: Τι θα θέλατε να είστε, εάν δεν ήσασταν σκηνοθέτης;
ΑΠ.: Μουσικός ή Γάλλος γευσιγνώστης ή οπερατέρ.
ΕΡ.: Η «Πίσω πόρτα» με δύο λόγια.
ΑΠ.: Πίσω. Πόρτα.
ΕΡ.: Ποιο είναι το μήνυμα που στέλνετε μέσω της νέας σας ταινίας;
ΑΠ.: Τα μηνύματα είναι γραπτά. Το σινεμά μεταδίδει αισθήσεις.
ΕΡ.: Γιατί σας πήρε 10 χρόνια να κάνετε νέα ταινία;
ΑΠ.: Δεν είμαι επαγγελματίας σκηνοθέτης, δεν ζω από το σινεμά. Κάνω ταινίες
όταν έχω κέφι για περιπέτεια.
ΕΡ.: Ποια στοιχεία του εαυτού σας έχει μέσα η ταινία;
ΑΠ.: Μάτια, χείλια, μυαλό, καρδιά.
ΕΡ.: Εκείνη την εποχή (στην ταινία) ο εχθρός ήταν ο φασισμός, σήμερα ποιος
είναι;
ΑΠ.: Ο φασισμός του «καλού» και της ευπρέπειας.
ΕΡ.: Η γνώμη σας για τον Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου;
ΑΠ.: Ξέρει πολλά, λέει λίγα. Έχει τα ένστικτα του ανήσυχου πιτσιρικά.
ΕΡ.: Με ποιον τρόπο έγινε η επιλογή του πρωταγωνιστή;
ΑΠ.: Ο Κυρηναίος, η Εμμανουέλα, ο Μάκης κι εγώ φάγαμε τον κόσμο για να βρούμε
τον «Δημήτρη Κεμερά».
ΕΡ.: Τελευταία, ο ελληνικός κινηματογράφος θεωρεί τα παιδιά του εξαγώγιμο
προϊόν, ποια η θέση σας;
ΑΠ.: Ποιος το θεωρεί αυτό;
ΕΡ.: Ο ελληνικός κινηματογράφος σήμερα;
ΑΠ.: Ποτίζεται επιτέλους καλά. Αν δεν θεριέψει… κακό του κεφαλιού μας.
ΕΡ.: Ο ελληνικός κινηματογράφος τού χθες;
ΑΠ.: Εντελώς απότιστος, πώς διατηρήθηκε;
ΕΡ.: Η νέα σας ταινία έχει πολύ καλές και πολύ κακές κριτικές. Αυτό σημαίνει
ότι η ταινία σας δεν είναι αδιάφορη. Ποια η άποψη σας;
ΑΠ.: Στη χειρότερη κριτική παραλληλίζουν την «Πίσω πόρτα» με τα «Μάτια
ερμητικά κλειστά» του Κιούμπρικ. Τόσο χάλια.
ΕΡ.: Προσδοκίες στο Διεθνές Φεστιβάλ του Τόκιο;
ΑΠ.: Στην προβολή για το κοινό να μην υπάρξουν απορίες.
ΕΡ.: Η πρώτη επαφή με τον κινηματογράφο;
ΑΠ.: Μια μηχανή προβολής 8 mm να παίζει βουβές κωμωδίες. Η πρώτη αληθινή επαφή
ήταν αργότερα, με τις «Άγριες φράουλες».
ΕΡ.: Η διαφήμιση και τα spot μια άλλη εμπειρία;
ΑΠ.: Μοιάζει με το κατοστάρι. Εντυπωσιακό και γρήγορο.
ΕΡ.: Μια αγαπημένη ελληνική και μια ξένη ταινία;
ΑΠ.: «Δράκος» του Κούνδουρου, «Πέντε εύκολα κομμάτια» του Ράφελσον.
ΕΡ.: Ο Έλληνας ηθοποιός σήμερα;
ΑΠ.: Πολυπράγμων.
ΕΡ.: Καλοκαίρι 2000;
ΑΠ.: Πέθανε η μάνα μου.
ΕΡ.: Αγαπημένο μέρος της Ελλάδας;
ΑΠ.: Το διαμέρισμά μου.
ΕΡ.: Επόμενο βήμα μετά την «Πίσω πόρτα»;
ΑΠ.: Τα όνειρά σας μην τ’ αφήνετε για τίποτα στον κόσμο.
ΕΡ.: Αξέχαστο ταξίδι;
ΑΠ.: Σαράντα πέντε μέρες: Καλιφόρνια, Νεβάδα, Γουαϊόμινγκ, Σάουθ Ντακότα,
Κολοράντο, Νιού Μέξικο, Αριζόνα, Καλιφόρνια: βαθιά γνωριμία με τους ντόπιους
Αμερικανούς, τους ερυθρόδερμους.
ΕΡ.: Σε ποιους θα λέγατε ευχαριστώ;
ΑΠ.: Σ’ αυτούς τους ιθαγενείς. Μου έμαθαν να εκτιμώ τις πολύ απλές αλήθειες.
ΕΡ.: Σκηνοθέτης πρότυπο;
ΑΠ.: Οι νεώτατοι γέροι: Μπουνιουέλ, Τζον Χιούστον, Κουροσάβα.








