|
|
Οι άνθρωποι που σημάδεψαν την κοινωνική και πνευματική ζωή του αιώνα που
φεύγει, όπως τους σκιαγραφούν ειδικοί συνεργάτες των «ΝΕΩΝ»
Το 1898, ένα χρόνο μετά τον άτυχο ελληνοτουρκικό πόλεμο, ο βασιλιάς Γεώργιος
αποφάσισε να ασχοληθεί ξανά με το ζήτημα του Εθνικού Θεάτρου. Λίγα χρόνια
νωρίτερα, με χρήματα που είχαν θέσει στη διάθεσή του πλούσιοι ομογενείς από το
Λονδίνο, ο βασιλιάς είχε αρχίσει να προωθεί αυτό το έργο. Το θεατρικό
οικοδόμημα στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου, που είχε σχεδιάσει ο Ερνέστος Τσίλερ,
ήταν σχεδόν έτοιμο. Χρειάστηκε να βρεθούν συμπληρωματικά κεφάλαια, πάλι από
δωρεές, για να ολοκληρωθεί η κατασκευή και ο εξοπλισμός της σκηνής. Τα
οικονομικά και τεχνικά ζητήματα έδειχναν να τακτοποιούνται και έπρεπε τώρα να
εξασφαλισθεί το έμψυχο δυναμικό, για να ξεκινήσει το ίδρυμα, που σύμφωνα με
επιθυμία του Μεγαλειοτάτου θα λέγεται Βασιλικόν Θέατρον, μ’ άλλα λόγια θα
είναι εξαρτημένο από την αυλή και το αυλικό ταμείο.
|
Ο Θωμάς Οικονόμου στον ρόλο του Άλμετ, το 1913
|
Εκείνες τις ημέρες, και αφού ο Γεώργιος είχε διορίσει διευθυντή τον Άγγελο
Βλάχο και τον Στεφ. Στεφάνου γραμματέα του Θεάτρου, εμφανίστηκε πρώτη φορά σε
αθηναϊκή εφημερίδα («Το Άστυ» 7.9.1898) η υποψηφιότητα του Θωμά Οικονόμου για
τη θέση σκηνοθέτη του Θεάτρου. Ο όρος «σκηνοθέτης» ήταν τότε στην Ελλάδα
σχεδόν άγνωστος ή ασαφής σε ορισμένα δημοσιεύματα μπέρδευαν τη σκηνοθεσία με
τη σκηνογραφία γι’ αυτό και η εφημερίδα σε παρένθεση δίπλα στη λέξη
σκηνοθέτης διευκρίνιζε «melteur en scene». Οι πληροφορίες που παρέθετε η
εφημερίδα για τις σπουδές και τη θεατρική προπαίδεια του υποψήφιου σκηνοθέτη
στην Αυστρία και Γερμανία αποδείχθηκαν σωστές.
Ο Θωμάς Οικονόμου (1864-1927)) γεννήθηκε στη Βιέννη, όπου ήταν εγκατεστημένος
ο σμυρναϊκής καταγωγής πατέρας του Αριστείδης Οικονόμου (1823-1887),
αναγνωρισμένος ζωγράφος, που έργα του, κυρίως πορτρέτα, σώζονται σε μουσεία
της Βιέννης και στην Εθνική Πινακοθήκη στην Αθήνα. Ο Θωμάς διάλεξε από νωρίς
το θεατρικό στάδιο, σπούδασε στη Δραματική Σχολή της Βιέννης και εμφανίστηκε
αργότερα στη σκηνή ως ηθοποιός με γερμανικούς θιάσους. Κάποιο διάστημα
συνεργάστηκε με τον θίασο στον οποίο πρωταγωνιστούσε η διάσημη δραματική
ηθοποιός Αγνή Ζόρμα. Τα τελευταία χρόνια, πριν έρθει στην Ελλάδα, εργαζόταν
στο θέατρο του Δούκα του Σαξ-Μάινινγκεν, που με τις περιοδείες του, τις
δεκαετίες 1870-1880, είχε κατακτήσει πανευρωπαϊκή αίγλη και, μεταξύ άλλων,
ανέδειξε τη σημασία και την αναγκαιότητα της σκηνοθετικής τέχνης. Μία από τις
συστατικές επιστολές, που ο Οικονόμου κατέθεσε μαζί με την υποψηφιότητά του,
προερχόταν από τον Γερμανό συγγραφέα και κριτικό Πάουλ Λιντάου, που ήταν
εκείνη την περίοδο (1895-1900) διευθυντής του θεάτρου του Σαξ-Μάινινγκεν.
Ο Οικονόμου έφτασε στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο του 1900 και ανέλαβε, αρχικά,
καθήκοντα καθηγητή της υποκριτικής στη Δραματική Σχολή του Βασιλικού Θεάτρου.
Τον επόμενο χρόνο, αφού η Σχολή είχε στο μεταξύ διαλυθεί, ανέλαβε την
προετοιμασία των ηθοποιών του βασιλικού θιάσου, για τις παραστάσεις που
άρχισαν τον Νοέμβριο του 1901.
|
Βασιλικό Θέατρο, σκηνοθεσία Θ. Οικονόμου, Νοέμβριος 1904, πρώτη παράσταση «Φάουστ» στην ελληνική σκηνή
|
Διδάσκαλος ηθοποιών, αυτή ήταν περίπου, σύμφωνα με τον «Κανονισμό» λειτουργίας
του Βασιλικού Θεάτρου, η αρμοδιότητα που είχε ο Θωμάς Οικονόμου. Όπως
συνέβαινε και σε άλλα αυλικά, αυτοκρατορικά ή κρατικά θέατρα της Ευρώπης, οι
δικαιοδοσίες του ήταν περιορισμένες. Τη γενική καλλιτεχνική επίβλεψη τη φύλαγε
για τον εαυτό του ο Άγγελος Βλάχος, ο οποίος όμως τελικά παραιτήθηκε, λίγες
ημέρες πριν αρχίσουν οι παραστάσεις. Ανεξάρτητα απ’ όλα αυτά, δηλαδή από το
τυπικό μέρος, και παρά τα εμπόδια που έβαζαν οι παρεμβάσεις της αυλής και το
γενικό συντηρητικό πνεύμα στις επιλογές του δραματολογίου, ο Οικονόμου
επιβλήθηκε ως σκηνοθέτης με τη δουλειά του, με το κύρος που κατέκτησε.
Από την αρχή της δεύτερης χρονιάς στη λειτουργία του Βασιλικού Θεάτρου (1902),
φάνηκαν τα αποτελέσματα. Πρώτη μεγάλη επιτυχία το Όνειρον θερινής
νυκτός (μετ. Γ. Στρατήγη), που έκανε 21 παραστάσεις την πρώτη περίοδο
και θα επαναληφθεί πολλές φορές τα επόμενα χρόνια. Η κωμωδία του Σαίξπηρ, με
τα ιδιαίτερα προβλήματα σκηνικής ερμηνείας που παρουσιάζει, παιζόταν πρώτη
φορά στο ελληνικό θέατρο. Το Όνειρον, όπως και τις άλλες κωμωδίες του
ελισαβετιανού, που ανέβασε το Βασιλικό, το Χειμωνιάτικο παραμύθι, τη
Δωδέκατη νύχτα, δεν μπορούσαν να τις πλησιάσουν οι παλιοί
ελληνικοί θίασοι, γιατί η σκηνική τους ανάπλαση απαιτούσε, επέβαλε τη
συμμετοχή σκηνοθέτη. Το ίδιο ίσχυε και για άλλα σύνθετα ποιητικά κείμενα από
το κλασικό δραματολόγιο όπως ο Φάουστ του Γκαίτε ή όπως τα δράματα του
Γκριλπάρτσερ που ο Οικονόμου ανέβασε όλα σε μετάφραση Κ. Χατζόπουλου. Και στο
μοντέρνο ρεπερτόριο ο Οικονόμου έδειξε τις δυνατότητές του ανεβάζοντας τα
δράματα του Χάουπτμαν Ο αμαξάς Χένσελ και Βουλιαγμένη
καμπάνα, που είχαν σημαντική απήχηση.
|
Ο Θωμάς Οικονόμου, ως σκηνοθέτης και ηθοποιός τόσο στο Βασιλικό όσο και στο ελεύθερο θέατρο, αλλά και στο Ωδείο Αθηνών, άνοιξε δρόμους στην υποκριτική τέχνη. Σκίτσο Γιαννούλη Χαλεπά (Θεατρικό Μουσείο Αθηνών).
|
Η συμβολή του σκηνοθέτη ήταν καθοριστική και για τις παραστάσεις αρχαίου
δράματος στη σκηνή του Βασιλικού: Ορέστεια (1903), Οιδίπους
τύραννος (1903), Φοίνισσαι (1904). Η Ορέστεια μπορεί να
ανέβηκε σύμφωνα με τις προδιαγραφές της αντίστοιχης παράστασης στο
Μπουργκτεάτρ της Βιέννης, όμως παραμένει γεγονός πως ποτέ άλλοτε, στα χρονικά
του νεοελληνικού θεάτρου, δεν υπήρξε παρόμοια κινητοποίηση και προετοιμασία. Ο
Οικονόμου δούλεψε μεθοδικά και συστηματικά για την παρουσίαση της Τριλογίας,
έκανε 50 πλήρεις κανονικές δοκιμές (οκτάωρες, σημειώνει ο Γιάννης Σιδέρης) με
όλο τον θίασο και ιδιαίτερες πρόβες με ορισμένους ηθοποιούς χωριστά. Παρά τις
επιμέρους αδυναμίες ή αστοχίες, το αποτέλεσμα, η δουλειά συνόλου που πέτυχε ο
σκηνοθέτης ήταν εντυπωσιακά.
Το 1906, όταν άρχισε να διαφαίνεται η επιστροφή του Άγγελου Βλάχου στη θέση
του διευθυντή, ο Οικονόμου αποχώρησε από το Βασιλικό Θέατρο. Τις ίδιες ημέρες
εγκατέλειψε τον θίασο και η Μαρίκα Κοτοπούλη, της οποίας το άστρο είχε λάμψει
στη σκηνή του Βασιλικού, με τις εξαιρετικές επιτυχίες της στις σαιξπηρικές
κωμωδίες, στον Φάουστ (Μαργαρίτα) και σε άλλα έργα. Ανάμεσα στον
σαραντάχρονο σκηνοθέτη και τη 17χρονη ηθοποιό είχε αρχίσει μια ερωτική σχέση,
από το φθινόπωρο του 1904, η οποία όμως δεν θα κρατήσει πολύ.
Το καλοκαίρι του 1906 ο Οικονόμου επιχειρεί μια εξόρμηση στο ελεύθερο θέατρο.
Συνεργάζεται με τον θίασο του Δημ. Κοτοπούλη (πατέρα της Μαρίκας), πιστεύοντας
πως μπορεί να ταράξει τη ρουτίνα και να ανοίξει κάποιο δρόμο στον χώρο των
θιασαρχικών επιχειρήσεων. Ανεβάζει πρωτοποριακά έργα όπως την Κυρά της
θάλασσας του Ίψεν (με τη Μαρίκα Κοτοπούλη Ελίντα), τον Παρείσακτο
του Μαίτερλινκ ή κλασικά ποιητικά δράματα όπως η Ιφιγένεια του Γκαίτε,
που ήταν επιτυχία της Μαρίκας και του ίδιου στο Βασιλικό.
|
Βασιλικό Θέατρο, σκηνοθεσία Θ. Οικονόμου, Νοέμβριος 1902, πρώτη παράσταση του έργου του Σαίξπηρ «Όνειρο Θερινής Νυκτός», στην ελληνική σκηνή
|
Η προσγείωση στην πραγματικότητα ήταν πολύ οδυνηρή, η κίνηση απέτυχε
οικονομικά, ενώ μέσα στο κλίμα δυσφορίας που επικράτησε, πήρε τέλος και το
ειδύλλιο ανάμεσα στον σκηνοθέτη και τη νεαρή πρωταγωνίστριά του.
Σε πολύ αντίξοες συνθήκες, όταν στην αθηναϊκή σκηνή είχαν αρχίσει να
κυριαρχούν η επιθεώρηση, οι κωμωδίες βουλεβάρτου και άλλα ελαφρά θεάματα, ο
σκηνοθέτης, άλλοτε με παλιούς μαθητές του από το Βασιλικό, που είχε κλείσει το
1908, άλλοτε συνεργαζόμενος με την Κυβέλη ή με άλλα σχήματα, θα συνεχίσει να
δίνει τη μάχη για το σοβαρό θέατρο και για την ανανέωση.
Από το 1907 ή το 1918, ταλαιπωρήθηκε σκληρά, παίζοντας στην Αθήνα και
περιοδεύοντας στην επαρχία, αλλά προσπάθησε να μείνει προσηλωμένος στους
στόχους του. Μπορούμε να πούμε πως εκείνα τα χρόνια ανέβασε ό,τι του ήταν
προσιτό και διαθέσιμο στην ελληνική περιοχή από τα ευρωπαϊκά νεωτερικά
ρεύματα, αλλά και έργα πρωτοεμφανιζόμενων Ελλήνων συγγραφέων. Χάρη στον
Οικονόμου το ελληνικό κοινό γνώρισε τον θεατρικό Όσκαρ Ουάιλντ (Σαλώμη,
Φλωρεντινή τραγωδία, Τι αξίζει να σε λεν Ερνέστο), τον
Μπ. Σω (Δεν μπορείς να ξέρεις), τον Μαξίμ Γκόρκι (Εις τον
βυθόν), τον Πατέρα του Στρίντμπεργκ. Ο σκηνοθέτης με τους θιάσους
του επανέλαβε ή πρωτοπαρουσίασε δράματα του Ίψεν και έργα Γερμανών κλασικών,
του Γκαίτε και του Σίλερ. Ο Οικονόμου πρωτοπαρουσίασε έργο του Ν. Καζαντζάκη
(Ξημερώνει, 1907), του Δ. Ταγκόπουλου (Αλυσίδες, 1907), του
Παντ. Χορν (Πετροχάρηδες, 1908) και τον Γήταυρο του Ρήγα Γκόλφη.
Στον Οικονόμου οφείλεται και η πρώτη, όχι τόσο πετυχημένη, παρουσίαση της
Τρισεύγενης του Κωστή Παλαμά το 1915.
|
Αισχύλου «Ορέστεια», Βασιλικό Θέατρο, σκηνοθεσία Θ. Οικονόμου, πρώτη παράσταση στην ελληνική σκηνή, Νοέμβριος 1903
|
Στους δύσκολους εκείνους καιρούς, δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που η
κριτική αναγνωρίζει τη σκηνοθετική του προσφορά. Έτσι με αφορμή την παράσταση
της Σαλώμης το 1908, για τους δύο ηθοποιούς, τη Ροζαλίνα Νίκα και τον
Εδμόνδο Φυρστ, που υποδύθηκαν τους δύο βασικούς ρόλους, γράφτηκε πως είναι
«δύο πρώτης τάξεως τάλαντα», αλλά «ενισχύονται και μεγαλύνονται υπό ενός
δαιμονίου σκηνοθέτου ως ο Θωμάς Οικονόμου».
Από το 1909, με την εμφάνισή του ως Όσβαλντ στους Βρυκόλακες, ο
Οικονόμου ξαναγύρισε στην παλιά του τέχνη του ηθοποιού. Άφησε εξαιρετικές
εντυπώσεις και σε άλλα ιψενικά έργα (γιατρός Ρανκ στο Σπίτι της
κούκλας, Γιάλμαρ Έκνταλ στην Αγριόπαπια), αλλά και στον
Άμλετ που σκηνοθέτησε παίζοντας ο ίδιος τον επώνυμο ρόλο το 1913.
Αναγνωρίστηκε πως οι ερμηνείες του Θωμά Οικονόμου άνοιξαν καινούργιους δρόμους
για την ανάπτυξη της υποκριτικής τέχνης στην Ελλάδα. Ένας έγκυρος μάρτυρας, ο
Παύλος Νιρβάνας, έγραψε για μία από τις εμφανίσεις του Οικονόμου (Σιμόνε στην
Φλωρεντινή τραγωδία): «Εσωτερικότερον παίξιμον, βαθυτέραν διείσδυσιν
εις την δύσκολον ψυχολογίαν του Φλωρεντινού αρχαιοπωλητού, παρόμοιον
ψυχολογικόν συγχρονισμόν προς την εποχήν του μύθου και την ατμόσφαιραν του
τόπου, ομολογώ ότι δεν είδα από Έλληνα ηθοποιόν…».
Από το 1918 έως το 1922, ο Οικονόμου βρήκε μια καινούργια ευκαιρία να
προσφέρει παιδαγωγικό και σκηνοθετικό έργο, σε συνθήκες πιο ομαλές από εκείνες
του ελεύθερου θεάτρου. Ανέλαβε καθηγητής της υποκριτικής και διευθυντής του
θιάσου του Ωδείου Αθηνών και βρήκε την ευκαιρία να παρουσιάσει με νέους
ηθοποιούς πολύ φροντισμένες παραστάσεις (στη σκηνή του Βασιλικού Θεάτρου) με
κλασικά έργα (ξανάπαιξε την Ορέστεια, Σαίξπηρ, Σίλερ, Μολιέρο) και
νεώτερα. Ανάμεσα στους μαθητές του ήταν και ο Δημ. Ροντήρης, που έκανε τα
πρώτα του βήματα ως ηθοποιός, με τον θίασο του Ωδείου.
Και ο Φώτος Πολίτης μπορούμε να πούμε πως γνώρισε το θέατρο από τις
παραστάσεις του Βασιλικού Θεάτρου, που παρακολούθησε σε νεαρή ηλικία. Έπλεξε
αργότερα ένα εγκώμιο για τον Οικονόμου, χαρακτηρίζοντάς τον «μεγάλο
δημιουργό». Εκτός από τη Μαρίκα Κοτοπούλη και τον Εδμ. Φυρστ, μαθητές του
Οικονόμου υπήρξαν και άλλοι πολύ σημαντικοί ηθοποιοί εκείνης της εποχής.
Συνεργάτες του, κατά διαστήματα, βρέθηκαν ο Αιμ. Βεάκης και ο Βασ. Ρώτας.
Μπορούμε να πούμε πως, παράλληλα με τον δρόμο που άνοιξε ο Χρηστομάνος, ο
Θωμάς Οικονόμου έβαλε ένα γερό θεμέλιο για την ανάπτυξη της ελληνικής
θεατρικής παιδείας στον 20ό αιώνα.
Ο Δημ. Σπάθης είναι θεατρολόγος, ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου

- Ζιμπάμπουε: Οι μαύροι ρινόκεροι επέστρεψαν στο εθνικό πάρκο – Είχαν απομακρυνθεί για να σωθούν απο λαθροθήρες
- Τουρκία: Αναβάλλεται για τον Οκτώβριο η ψήφιση του νόμου για την «Γαλάζια Πατρίδα» – Συνεχίζονται οι προκλήσεις στο Αιγαίο
- Χαμός στο T-Center: Η είσοδος Γιαννακόπουλου, η διπλή καταγγελία του Ολυμπιακού και η ανακοίνωση του Παναθηναϊκού (vids)













