|
|
ΜΟΥΣΙΚΟΣ
ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ: Στο Αγρίνιο.
ΖΕΙ: Στην Αθήνα.
ΛΑΤΡΕΥΕΙ: Την Αγγέλικα και το σαντούρι του.
ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ: Με τη μουσική του.
ΠΙΣΤΕΥΕΙ: Στην ανάγκη να υπάρχουν σε κάθε τομέα σωστά Σχολεία.
ΣΤΗΡΙΖΕΙ: Τους νέους ανθρώπους.
ΦΙΛΟΔΟΞΕΙ: Να αφήσει πίσω του ένα Σχολείο – Ίδρυμα παραδοσιακής μουσικής.
Είναι μεγάλη τιμή να σε λένε δάσκαλο, λέει ο μεγάλος μουσικός Αριστείδης
Μόσχος. Και προσθέτει: Είναι ιερή η σχέση με τον μαθητή. Παθιασμένος
καλλιτέχνης και ερωτευμένος με την Αγγέλικα και το σαντούρι του, έχει διδάξει
εκατοντάδες παιδιά με την τέχνη του. Έχει για όνειρο να αφήσει πίσω του ένα
Σχολείο – Ίδρυμα για το σαντούρι και την παραδοσιακή μουσική. Και πιστεύει ότι
πρέπει κανείς να προσφέρει στην ακριτική Ελλάδα. Γι’ αυτό και θα παίξει
αφιλοκερδώς, στις 30 Ιουλίου, στο Μουσείο Λαϊκών Οργάνων, στην Πλάκα, για το
Φεστιβάλ «Σύμης – Καστελλόριζου – Χάλκης».
ΕΡ.: Από μικρός στα βάσανα;
ΑΠ.: Από 8 χρόνων στον όμορφο κόσμο της μουσικής.
ΕΡ.: Δάσκαλοι;
ΑΠ.: Η ιστορία ξεκινάει από τον προπάππου, οπλαρχηγό του ’21, τον Γεροβασίλη Μόσχο.
ΕΡ.: Το μεγαλύτερο μάθημα;
ΑΠ.: Από τους Ρουμάνους δασκάλους του σαντουριού, Νέστορα και Βασίλη Μπάτσι.
ΕΡ.: Επιδράσεις;
ΑΠ.: Από τη Μικρά Ασία. Είχαμε στο Αγρίνιο προσφυγικούς συνοικισμούς και
πολλοί είχαν λαϊκά όργανα.
ΕΡ.: Γιατί τόσο πάθος;
ΑΠ.: Από μικρός, μόλις πρωτάκουσα σαντούρι, συγκινήθηκα. Με κυρίευσε ο ήχος
του, η μουσική του.
ΕΡ.: Ακούσματα;
ΑΠ.: Στο Καφέ Αμάν του Αγρινίου.
ΕΡ.: Ερωτευθήκατε;
ΑΠ.: Από τα 17 μου, την Αγγέλικα.
ΕΡ.: Κι εκείνη;
ΑΠ.: Ήταν μικρότερη. Ο έρωτας ήταν μεγάλος.
ΕΡ.: Μουσικός η Αγγέλικα;
ΑΠ.: Σπουδαία μουσικός. Πιάνο, κιθάρα και φωνή.
ΕΡ.: Πάντα μαζί;
ΑΠ.: Και για πάντα!
ΕΡ.: Και στη μουσική;
ΑΠ.: Όχι, κάποια στιγμή την παρεκάλεσα και δέχθηκε να ασχολείται με το σπίτι.
Ήταν μεγάλη βοήθεια αυτό.
ΕΡ.: Δυσκολίες;
ΑΠ.: Περάσαμε δύσκολα χρόνια, έως ότου άρχισα να κερδίζω κάποια χρήματα στο
Λύκειο Ελληνίδων, που πρωτοπήγα το 1951.
ΕΡ.: Αρχίσατε τότε να αποδίδετε περισσότερο;
ΑΠ.: Δεν προλάβαινα τις δουλειές.
ΕΡ.: Όλοι σάς αναγνωρίζουν ως μεγάλο σαντουριέρη…
ΑΠ.: Εκείνο όμως που θέλω να αφήσω πίσω μου είναι ένα Σχολείο και
καταγεγραμμένη όλη τη δουλειά μου.
ΕΡ.: Κάνατε αρχή;
ΑΠ.: Όταν το 1984 ανοίξαμε το Σχολείο, πλάι στο Αρχαιολογικό Μουσείο.
ΕΡ.: Η ανταπόκριση της πολιτείας;
ΑΠ.: Γιατί ανοίγετε… πληγές;
ΕΡ.: Τι σας έχει πικράνει;
ΑΠ.: Δεν βοήθησαν το Σχολείο, παρά το ότι δεν ζήτησα τίποτα για τον εαυτό μου.
Και το μόνο που χρειάζεται είναι τα απαιτούμενα για τη λειτουργία του.
ΕΡ.: Είναι δυνατόν;
ΑΠ.: Υποσχέσεις πολλές από πολλούς και από… μεγάλους.
ΕΡ.: Το πρόβλημα;
ΑΠ.: Η παραδοσιακή μουσική δεν πρέπει να διασωθεί;
ΕΡ.: Άρα δεν ζητάτε πολλά…
ΑΠ.: Τίποτα περισσότερο από την έμπρακτη αγάπη τους στην Τέχνη.
ΕΡ.: Ταξίδια;
ΑΠ.: Σ’ όλο τον κόσμο.
ΕΡ.: Με τιμές;
ΑΠ.: Με πολλές τιμές, από την Ιαπωνία ώς τη Σιβηρία…
ΕΡ.: Γιατί βοηθάτε αφιλοκερδώς τη Σύμη;
ΑΠ.: Είναι ένα όνειρο το Φεστιβάλ, εκεί στην όμορφη άκρη της Ελλάδας;
ΕΡ.: Έχουμε ανάγκη από όνειρα;
ΑΠ.: Πρωτίστως, εμείς οι μουσικοί.
ΕΡ.: Το μεγαλύτερο όνειρό σας;
ΑΠ.: Να μείνει ένα Ίδρυμα Αριστείδης Μόσχος ως μία «κιβωτός» της παραδοσιακής
μας μουσικής.
ΕΡ.: Και να καταγραφούν;
ΑΠ.: Όλη η δουλειά. Αυτό πρέπει να γίνεται με όλους τους καλλιτέχνες.
ΕΡ.: Για την Ελλάδα;
ΑΠ.: Μα, η Ελλάδα έχει μουσικούς, ποιητές, συγγραφείς και την ιστορία της.
Αυτά είναι η μεγάλη της δύναμη.
ΕΡ.: Και… μαθητές, όπως οι δικοί σας. Αλήθεια, πόσους «βγάλατε»;
ΑΠ.: Έχουν περάσει από το Σχολείο περί τους 4.000.
ΕΡ.: Αν σας ρωτούσα πώς θα προτιμούσατε να σας λέω, «ο δάσκαλος» ή «ο μεγάλος
Αριστείδης Μόσχος»;
ΑΠ.: Το «δάσκαλος» είναι πιο τιμητικό.
ΕΡ.: Γιατί;
ΑΠ.: Είναι ιερή η σχέση δάσκαλου – μαθητή. Και στη μουσική πλησιάζει τον… ουρανό!








