|
|
Από τη Δευτέρα 1 Ιουνίου και στη διάρκεια του Α’ δεκαπενθημέρου του ίδιου μήνα
800 χιλιάδες περίπου μαθητές Γυμνασίων και Λυκείων όλων των τύπων θα πάρουν
μέρος στις γραπτές προαγωγικές και απολυτήριες εξετάσεις στις τάξεις που
φοιτούν αντίστοιχα.
ΣΥΜΦΩΝΑ με το ισχύον σύστημα προαγωγής και απόλυσης των μαθητών, τα
αποτελέσματα αυτών των εξετάσεων σε συνδυασμό με τη βαθμολογία των τριών
τριμήνων «οικοδομούν» τον βαθμό ετήσιας προόδου του μαθητή για την αντίστοιχη
τάξη στην οποία φοίτησε και δρομολογούν είτε την προαγωγή του στην επόμενη
τάξη είτε την απόλυσή του από την εκπαιδευτική βαθμίδα (αφορά τους μαθητές Γ’
Γυμνασίου και Γ’ Λυκείου).
|
|
Παράλληλα, ένα τμήμα του μαθητικού πληθυσμού που δεν προβιβάζεται, είτε
παραπέμπεται για επανεξέταση τον Σεπτέμβριο είτε απορρίπτεται και
επαναλαμβάνει την τάξη.
* Πώς κατατάσσονται οι Έλληνες μαθητές με κριτήριο την τελική βαθμολογία;
* Σε ποιους τύπους σχολείων παρουσιάζονται μεγαλύτερα ποσοστά προαγωγής και απόρριψης;
* Ποια είναι η διαχρονική εξέλιξη – διακύμανση της βαθμολογίας του «άριστα»
και σε ποιο έδαφος λιπαίνεται η κινητικότητα και η ανισοκατανομή της;
Περίπου 67 χιλιάδες μαθητές Γυμνασίων και Λυκείων, ποσοστό (8,2%) του συνόλου
των μαθητών, δεν προβιβάζονται αλλά παραπέμπονται τον Σεπτέμβριο ή
απορρίπτονται στην ίδια τάξη (πίνακας 1).
Το μεγαλύτερο αναλογικά μέρος των μαθητών που δεν προβιβάζονται φοιτούν στα
Γυμνάσια και στα Τεχνικά Επαγγελματικά Λύκεια (περίπου 10%) και ακολουθούν οι
Τεχνικές Επαγγελματικές Σχολές (ΤΕΣ), τα ΕΠΛ και τα Γενικά Λύκεια.
Παράλληλα, 147 χιλιάδες μαθητές, περίπου το 18% του μαθητικού πληθυσμού,
βρίσκονται βαθμολογικά στην «κόψη του ξυραφιού» μιας και προβιβάζονται ή
απολύονται με τη χαμηλότερη στην κλίμακα βαθμολογία.
Οι μαθητές με τις χαμηλότερες βαθμολογίες βρίσκονται κυρίως στις ΤΕΣ (28%),
στα ΤΕΛ (21%) και στα Γυμνάσια (18%) και λιγότερο στα Γενικά Λύκεια (15%) και
στα ΕΠΛ (11%).
Στον αντίποδα τώρα της βαθμολογικής κλίμακας, το 9% του μαθητικού πληθυσμού
προάγεται ή απολύεται με «άριστα». Αναλογικά, οι περισσότεροι αριστούχοι
εμφανίζονται στα Γυμνάσια (11%), στα ΕΠΛ (9%), στα Γενικά Λύκεια (8%) και
λιγότερο στα ΤΕΛ (7%) και στις ΤΕΣ (2%).
Ας ρίξουμε, όμως, τώρα μια ματιά στην κατανομή των μαθητών Λυκείου με βαθμό
προαγωγής «άριστα» σε διάφορες χρονικές περιόδους των δύο τελευταίων δεκαετιών.
Από το 1971 ο βαθμός του απολυτηρίου του εξατάξιου τότε Γυμνασίου προστίθεται
στο άθροισμα των βαθμών των εξετάσεων για την εισαγωγή στην Τριτοβάθμια
Εκπαίδευση. Η συμμετοχή του μέχρι το 1979 δεν επηρέαζε σχεδόν καθόλου την
εισαγωγή των υποψηφίων. Από το 1979 έως το 1983 με τις Πανελλήνιες Εξετάσεις η
βαθμολογία του Λυκείου επηρέαζε τη διαμόρφωση της συνολικής βαθμολογίας του
υποψηφίου, σύμφωνα με μελέτη του ΥΠΕΠΘ, κατά 20% για τα ΑΕΙ και κατά 31% για
τα ΤΕΙ. Από το 1983 μέχρι το 1988 στη διάρκεια των Γενικών Εξετάσεων οι βαθμοί
των τριών τάξεων του Λυκείου λαμβάνονται υπόψη σε ποσοστό 25%.
Αποτέλεσμα;
Βαθμοθηρία, βαθμομανία, πίεση στους εκπαιδευτικούς για όσο το δυνατόν
μεγαλύτερη βαθμολογία, και, βέβαια, τελικά βαθμολογικός πληθωρισμός.
Στον πίνακα 2 φαίνεται καθαρά ότι οι μαθητές που βαθμολογούνται με «άριστα»
πενταπλασιάζονται μέσα σε μια 8ετία – 9ετία και από 2,3% τη σχολική χρονιά
1977/78 γίνονται 11,9% το 1977/78 για να προσγειωθούν το 1994 στο 8,5% όταν
πια είχε καταργηθεί το καθεστώς συμμετοχής τους στα κριτήρια επιλογής των εξετάσεων.
Η ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ «ΑΡΙΣΤΑ»
|
|
Παράλληλα, η ανάγνωση του πίνακα 3 φανερώνει ότι η βαθμολογία «άριστα» έχει
ιδιαίτερες γεωγραφικές προτιμήσεις. Δεν είναι καθόλου, βέβαια, τυχαίο ότι οι
μαθητές με βαθμολογία «άριστα», συγκεντρώνονται σε αρκετά μεγαλύτερα ποσοστά
στις περιοχές στις οποίες όλοι οι δείκτες (οικονομικοί, κοινωνικοί,
πολιτιστικοί) «ευημερούν».
Οι μαθήτριες όσον αφορά στη βαθμολογία προαγωγής παρουσιάζονται στις υψηλές
βαθμολογικές κλίμακες σε μεγαλύτερα ποσοστά από τους μαθητές.
Έτσι στο Γυμνάσιο, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΣΥΕ (σχολικό έτος
1993/94), συμμετέχουν στο βαθμό προόδου «άριστα» με ποσοστό 63%, ενώ στο βαθμό
προόδου «μέτρια», που αφορά τη χαμηλότερη στην κλίμακα βαθμολογία, συμμετέχουν
με ποσοστό μόλις 35%.
Αντίστοιχα αποτελούν το 65% των «αρίστων» στο Γενικό Λύκειο!
Το «ασανσέρ» της βαθμολογίας που «κινητοποιείται» ανάλογα με τη «λειτουργία»
του βαθμού στη διαδικασία πρόσβασης στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, καθώς και η
ανισοκατανομή της που θρυμματίζοντας τους σχολικούς τοίχους ρυμουλκείται στον
ασφυκτικό κορσέ των κοινωνικών ανισοτήτων, καθιστά σαφές ότι ο βαθμός από
μόνος του είναι μια αναξιόπιστη πληροφορία αν δεν ληφθεί υπόψη το θεσμικό και
κοινωνικό πλέγμα κάτω από το οποίο πραγματοποιήθηκε.










