ΜΙΚΡΟΤΕΡΗ ΣΥΝΤΑΞΗ ΑΠΟ ΤΟ ’98, ΘΑ ΛΑΜΒΑΝΟΥΝ ΠΟΛΛΟΙ ΠΑΛΑΙΟΙ ΚΑΙ ΝΕΟΙ ΑΠΟΜΑΧΟΙ
ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
|
|
«ΤΑ ΝΕΑ» με τη συνεργασία του επιστημονικού συνεργάτη της ΟΤΟΕ, εξειδικευμένου
σε ζητήματα κοινωνικής ασφάλισης, κ. Νικήτα Μποζανίνου, συνέταξαν ένα μικρό
οδηγό για τις αλλαγές που επέρχονται στο καθεστώς των επικουρικών συντάξεων
και του εφάπαξ βοηθήματος.
ΕΡ.: Τι προβλέπει ακριβώς ο νόμος 2084/92 για τις επικουρικές συντάξεις;
ΑΠ.: Ο νόμος 2084/92 προβλέπει για την ασφάλιση επικουρικής σύνταξης τα εξής:
1 Εισφορές: 3%
τουλάχιστον και άνω για τον ασφαλισμένο και 3% ομοίως και άνω για τον εργοδότη
αλλά με διατήρηση της σχέσης 1 προς 1 μεταξύ τους είτε με μείωση της
μεγαλύτερης είτε με αύξηση της μικρότερης ποσοτικής και ποσοστιαίας εισφοράς,
αθροιστικά υπολογιζομένης. Όπου βάσει διατάξεων υποχρεούται ο εργοδότης στην
κάλυψη των ελλειμμάτων του οικείου φορέα, επιβάλλεται πλαφόν κάλυψής τους
μέχρι το ποσόν που είχε διατεθεί το έτος 1992. Οι εισφορές υπολογίζονται επί
των κατά το καταστατικό κάθε φορέα αποδοχών υπολογισμού τους.
2 Εισφορές σε φορείς
αυτοαπασχολούμενων: Εισφορές 6% τουλάχιστον υπολογιζόμενες επί του
μέσου μηνιαίου κατά κεφαλήν ΑΕΠ έτους 1991 (105.000) όπως αυτό έχει
αναπροσαρμοστεί έκτοτε με το εκάστοτε ποσοστό αύξησης των συντάξεων των
δημοσίων υπαλλήλων.
3 Προϋποθέσεις
συνταξιοδότησης: Οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού
δικαιώματος και τη χορήγηση της επικουρικής σύνταξης (χρόνια ασφάλισης και
όρια ηλικίας) λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου, των φορέων επικουρικής
ασφάλισης μισθωτών ή αυτοαπασχολουμένων, εξομοιώνονται με αυτές που
απαιτούνται για την κύρια σύνταξή τους, αντίστοιχα, στους φορείς κύριας
ασφάλισης στους οποίου υπάγονται. Σε όσους φορείς επικουρικής σύνταξης
υπάρχουν ευνοϊκότερες προϋποθέσεις (από αυτές των οικείων φορέων κύριας
σύνταξης) αναπροσαρμόζονται μέχρι 31.12.1997 και ισχύουν από 1.1.1998 και σ’
αυτούς οι δυσμενέστερες προϋποθέσεις των φορέων κύριας σύνταξης. Από την
παραπάνω αναπροσαρμογή των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης εξαιρείται το
επικουρικό ταμείο των εκπροσώπων των συνδικαλιστικών οργανώσεων και των
εργαζομένων σ’ αυτές (ΤΕΑΕΥΕΕΟ) ενώ τα επικουρικά ταμεία που χορηγούν
επικουρική σύνταξη, σε υποκατάσταση της κύριας σύνταξης, αναπροσαρμόζουν τις
προϋποθέσεις συνταξιοδότησής τους με αυτές των ταμείων κύριας σύνταξης του
κλάδου εργασίας τους π.χ. των ειδικών ταμείων και όχι με αυτές του ταμείου
κύριας σύνταξης που υπάγονται, π.χ. ΙΚΑ.
|
|
4 Συντάξιμες αποδοχές και ποσό
σύνταξης: Σε όσα επικουρικά ταμεία συμπεριλαμβάνονται στις συντάξιμες
αποδοχές (δηλαδή στις αποδοχές επί των οποίων υπολογίζεται η επικουρική
σύνταξη) τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα καθώς και το επίδομα αδείας, θα
λαμβάνονται υπόψη μειωμένα κατά 10% κάθε χρόνο από 1.1.93 και μετά ώστε από
1.1.2003 να μην συμπεριλαμβάνονται στις συντάξιμες αποδοχές υπολογισμού του
ποσού της σύνταξης καθόλου.
Το ύψος του ποσού της επικουρικής σύνταξης που χορηγείται από τους φορείς
επικουρικής ασφάλισης μισθωτών καθορίζεται με απόφαση του υπουργού Εργασίας
και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ύστερα από γνώμη του Δ.Σ. των φορέων και
γνωμοδότηση του Συμβουλίου Κοινωνικής Αασφάλισης (ΣΚΑ) ανάλογα με την
οικονομική τους κατάσταση όπως προκύπτει από αναλογιστική μελέτη που
καταρτίζεται βάσει των δεδομένων του ν. 2084/92 για τις εισφορές, τα
απαιτούμενα έτη ασφάλισης και τα όρια ηλικίας προς συνταξιοδότηση. Με την
παραπάνω απόφαση μπορεί ο υπουργός να ανακαθορίζει και τις ήδη καταβαλλόμενες
συντάξεις για λόγους ίσης μεταχείρισης. Πάντως από 1.1.1998 και μετά το ποσό
των παραπάνω συντάξεων δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο από το 20% των τακτικών
ή των συντάξιμων αποδοχών (εφόσον αυτές είναι μεγαλύτερες) για 35 έτη
ασφάλισης, προκειμένου για φορείς που υπάρχει και εργοδοτική εισφορά ή
κοινωνικός πόρος ή άλλη επιχορήγηση εργοδότη, εκτός και αν η οικονομική
κατάσταση του οικείου φορέα επικουρικής σύνταξης επιτρέπει τη χορήγηση
μεγαλύτερου ποσοστού βάσει αναλογιστικής μελέτης και έπειτα από απόφαση των
υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Εάν συνταξιοδοτηθεί το αυτό πρόσωπο από περισσότερους από ένα φορέα
επικουρικής σύνταξης οι επιπλέον επικουρικές συντάξεις δεν μπορεί να
υπερβαίνουν από 1.1.1998 το 15% (κάθε μία) των τακτικών αποδοχών ή των
συντάξιμων αποδοχών αν είναι μεγαλύτερες, προκειμένου για φορείς που υπάρχει
και εργοδοτική εισφορά ή κοινωνικός πόρος ή άλλη επιχορήγηση εργοδότη, εκτός
και αν η οικονομική κατάσταση του κάθε επιπλέον του ενός φορέα επικουρικής
σύνταξης επιτρέπει τη χορήγηση μεγαλύτερου ποσοστού (από 15%) βάσει
αναλογιστικής μελέτης και ύστερα από απόφαση των υπουργών Εθνικής Οικονομίας,
Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Εάν από τα καταστατικά
κάποιων φορέων επικουρικής σύνταξης προβλέπονται μικρότερα (από τα παραπάνω)
ποσοστά ή ποσά συντάξεων, εξακολουθούν να ισχύουν. Από όλα τα παραπάνω
εξαιρούνται οι φορείς επικουρικής ασφάλισης που χορηγούν επικουρική σύνταξη σε
υποκατάσταση κύριας σύνταξης.
Σημειώνεται ότι για κάθε έτος παραμονής στην υπηρεσία μετά τα 35 έτη
ασφάλισης, το ποσό της επικουρικής σύνταξης αυξάνεται κατά 1/50 για κάθε έτος
υπηρεσίας ασφάλισης πέραν των 35, καθ’ υπέρβαση του προαναφερομένου ποσοστού (20%).
Στις περιπτώσεις συνταξιοδότησης με μειωμένη σύνταξη, μειώνονται αντίστοιχα
και τα χορηγούμενα κατώτατα όρια συντάξεων των εμπιπτόντων σε αυτά με εξαίρεση
τη συνταξιοδότηση μητέρων με ανήλικα παιδιά.
Υπογραμμίζεται ότι τα παραπάνω αφορούν τους ασφαλισμένους των ταμείων
επικουρικής σύνταξης των μισθωτών όλων των τομέων εργασίας (πλην του Δημοσίου)
καθώς και των αυτοαπασχολουμένων.
ΕΡ.: Ποιους αφορά η διάταξη για τις επικουρικές συντάξεις; Μόνο τους νέους
(από 1.1.1998) ή και τους παλιούς συνταξιούχους;
ΑΠ.: Οι διατάξεις των άρθρων 52-54 αφορούν τους ασφαλισμένους μέχρι 31.12.1992
μισθωτούς (πλην του Δημοσίου) και αυτοαπασχολούμενους. Οι επιπτώσεις μετά την 1.1.1998:
|
|
1 Για το ποσό της σύνταξης: Αφορούν τόσο τους ήδη όσο και
τους μετά την 1.1.1998 συνταξιούχους αφού ο υπουργός Εργασίας και Κοινωνικώ
Ασφαλίσεων με την απόφασή του μπορεί να επεκτείνει και σε αυτούς το 20% «χάριν
ίσης μεταχείρισης».
2 Για τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης: Αφορούν μόνο
όσους εκ των μέχρι 31.12.1992 ασφαλισμένους δεν θα έχουν συμπληρώσει μέχρι
31.12.1997 στον οικείο φορέα τους επικουρικής σύνταξης τα απαιτούμενα έτη
ασφάλισης κατά περίπτωση (25, 20 κ.λπ.) οπότε θα ακολουθήσουν τις από 1.1.1998
οριζόμενες μεταβολές των ετών ασφάλισης και των ορίων ηλικίας ή του +7 έτη.
3 Για τις εισφορές: Θα υπάρξουν μεταβολές μόνο στις
περιπτώσεις εξισορρόπησης της σχέσης 1 προς 1 των εισφορών εργαζομένου –
εργοδότη (μείωσης της μεγαλύτερης ή αύξησης της μικρότερης).
ΕΡ.: Τι ισχύει σήμερα για τον υπολογισμό του επικουρικού;
ΑΠ.: Κάθε επικουρικό ταμείο ορίζει βάσει του καταστατικού του τις προϋποθέσεις
συνταξιοδότησης που μπορούν ή όχι να είναι ίδιες με αυτές του οικείου φορέα
κύριας σύνταξης καθώς επίσης και τις εισφορές τους (χωρίς τη σχέση 1 προς 1),
το ποσό ή το ποσοστό της επικουρικής σύνταξης και τις συντάξιμες αποδοχές στις
οποίες συμπεριλαμβάνονται ή όχι και τα δώρα εορτών ή το επίδομα αδείας.
ΕΡ.: Τι προβλέπει ο νόμος για το εφάπαξ, ποια ταμεία αφορά και σε τι
ποσοστά θα υπάρξει περικοπή;
ΑΠ.: Δεν θα χορηγείται εφάπαξ παροχή στις περιπτώσεις αποχώρησης από
την υπηρεσία αλλά μόνο όταν συνταξιοδοτείται ο ασφαλισμένος από τον οικείο
φορέα κύριας σύνταξης (αφορά όλα τα ταμεία πρόνοιας – ΝΠΔΔ και όχι και τα
ταμεία ΝΠΙΔ). Στα ταμεία Τραπεζών και ΔΕΚΟ καταργείται σταδιακά η εργοδοτική
εισφορά από 1.1.1993 κατά 10% κάθε έτος και προστίθεται αντίστοιχα στην
εργοδοτική εισφορά του οικείου ταμείου κύριας σύνταξης πλην της Εμπορικής
Τράπεζας που προστίθεται στο οικείο επικουρικό ταμείο. Επίσης, ορίζεται πλαφόν
13.500.000 δρχ. για 35 έτη ασφάλισης, μειούμενο ή προσαυξανόμενο κατά 1/35 με
λιγότερα ή περισσότερα των 35 ετών ασφάλισης, αναπροσαρμοζόμενο κάθε έτος (από
1.1.1993 και μετά με απόφαση του υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων)
μέχρι του εκάστοτε ποσοστού αύξησης των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων.
Έντονη ανησυχία επικρατεί στους εργαζομένους και τους συνταξιούχους λόγω της
εφαρμογής των διατάξεων του νόμου 2084/92 (νόμος της Ν.Δ.), οι οποίες αφορούν
το ύψος της επικουρικής σύνταξης.
ΟΙ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ των ταμείων και των εκπροσώπων των συνταξιούχων – ασφαλισμένων
είναι ότι αν εφαρμοστούν ως έχουν οι διατάξεις του νόμου (προβλέπουν ότι σε
καμία περίπτωση το ποσό της επικουρικής σύνταξης για χρόνο ασφάλισης 35 ετών
δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20% των τακτικών ή των συντάξιμων αποδοχών) θα
επέλθει μείωση στις επικουρικές συντάξεις μέχρι και 75%! Τα συνδικάτα
υπολογίζουν ότι ο μέσος όρος της μείωσης των συντάξεων θα κινηθεί στο 40%.
Τα εργατικά συνδικάτα ζητούν από την κυβέρνηση να καταργήσει όλες τις
διατάξεις του νόμου που αφορούν τις προϋποθέσεις και το ύψος των επικουρικών
συντάξεων που σήμερα καταβάλλονται και εκείνων που θα καταβληθούν μετά την
31.12.1997.
ΤΙ ΠΡΟΒΛΕΠΕΙ Ο ΝΟΜΟΣ
Ο νόμος 2084/92 αποτελεί το μεγάλο αγκάθι στον κοινωνικό διάλογο για το
ασφαλιστικό, αλλά η κυβέρνηση επιμένει στην εφαρμογή του. Ο νόμος αυτός
προβλέπει από 1.1.1998:
* Αυξημένα νέα όρια ηλικίας συνταξιοδότητης.
* Αλλαγές στον ελάχιστο συντάξιμο χρόνο.
* Εναρμόνιση προϋποθέσεων συνταξιοδότησης κύριας και επικουρικής ασφάλισης.
Λήξη μεταβατικής περιόδου.
* Επικουρικές συντάξεις στο 20% της κύριας σύνταξης ή του συντάξιμου μισθού.
Αναμένεται μεγάλη μείωση των επικουρικών συντάξεων, όχι μόνο για τους νέους,
αλλά και για τους ήδη συνταξιούχους.
* Προσαρμογή προϋποθέσεων για χορήγηση εφάπαξ, κατάργηση ευνοϊκών ρυθμίσεων
που ισχύουν.
Ενδεικτικό του κλίματος ανησυχίας που επικρατεί είναι ότι από τώρα
οργανώνονται απεργίες και συσκέψεις. Οι αντιπροσωπείες των ασφαλιστικών
οργανισμών και συνδικαλιστικών οργανώσεων του χώρου του Τύπου και των
ηλεκτρονικών Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, σημειώνουν ότι με την εφαρμογή του
νόμου 2084/92 ανατρέπεται το καθεστώς του ανταποδοτικού υπολογισμού των
επικουρικών συντάξεων εις βάρος των ασφαλισμένων, οι οποίοι ποικιλοτρόπως
είχαν εκφράσει την αντίθεσή τους στις ρυθμίσεις αυτού του νόμου.
ΕΝΑΣ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΗΣ ΥΠΟΛΟΓΙΖΕΙ
Ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ιατρικών Επισκεπτών και αντιπρόεδρος
του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Υπαλλήλων Φαρμακευτικών Εργασιών κ. Γερ.
Κονιδάρης, τονίζει ότι από 1.1.1998 με τον νόμο 2084/92 (άρθρο 54) θα υπάρξει
μείωση των επικουρικών συντάξεων μέχρι και 115.000 δρχ. τον μήνα (-68%) για
τους δικαιούχους με προϋπηρεσία 35 έτη και συντάξιμες αποδοχές 270.000 δρχ. Οι
εργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι στο φάρμακο τόνισε ο κ. Κονιδάρης
ετοιμάζονται να αντιδράσουν δυναμικά με απεργίες και δικαστικούς αγώνες αν
χρειαστεί, προκειμένου να μην εφαρμοστεί το άρθρο 54 του ν. 2084/92 για τις
επικουρικές συντάξεις. Δεν είναι δυνατόν επισήμανε επί 35 έτη να
πληρώνουμε εισφορές 8% επί των ονομαστικών μισθών, για τον κλάδο σύνταξης και
αντί να πάρουμε μια αξιοπρεπή σύνταξη να παίρνουμε «φιλοδωρήματα».
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ
Θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο υπουργός Εργασίας – Κοινωνικών Ασφαλίσεων κ. Μ.
Παπαϊωάννου σε ερώτηση που του έθεσαν «ΤΑ ΝΕΑ» αν θα εφαρμόσει τον νόμο
2084/92 ως έχει ή θα προχωρήσει σε τροποποιήσεις, απάντησε ως εξής:
«Η σημερινή νομοθεσία έχει διαμορφώσει μια πραγματικότητα που δεν μπορούμε να
την αγνοήσουμε, ανεξάρτητα αν τότε είχαμε διαφωνίες. Σήμερα είναι μια
πραγματικότητα. Και έχουμε εκτιμήσει ότι το κόστος των όποιων αλλαγών θα είναι
πολύ μεγαλύτερο από το οποιοδήποτε όφελος. Κατά συνέπεια, υπάρχει ένα ζήτημα».
Και πρόσθεσε ο κ. Παπαϊωάννου:
«Ίσως δεν έχει γίνει κατανοητό τι είναι αυτό το 20%. Θα το επαναλάβω για άλλη
μία φορά. Το 20% αφορά όχι τη σχέση της επικουρικής με την κύρια ασφάλιση,
αλλά τη σχέση της επικουρικής με το σύνολο των συντάξιμων αποδοχών. Και
δεύτερον, υπάρχει και μία άλλη παρατήρηση, που λέει τι; Ότι το 20% δεν ισχύει
αν υπάρχουν αναλογιστικές μελέτες που δίνουν τη δυνατότητα στα ασφαλιστικά
ταμεία να δώσουν πάνω από το 20%. Και όπως γνωρίζετε, ο κ. Φαρμάκης εδώ και
αρκετό καιρό έστειλε μια εγκύκλιο και κάλεσε τα Επικουρικά Ταμεία να κάνουν
τις αναλογιστικές μελέτες».
Και κατέληξε:
«Έχω πει ότι κάποια ζητήματα του συνόλου των παροχών πάλι, που μέσα σ’ αυτά,
στις συντάξιμες αποδοχές, προσθέτουμε και τα επικουρικά, δημιουργούν
προβλήματα σε χαμηλοσυνταξιούχους. Θα τα αντιμετωπίσουμε με μια ιδιαιτερότητα.
Από εκεί και πέρα, δεν βλέπω κανέναν λόγο να υπάρχουν ιδιαίτερες ανησυχίες και
πολλές φορές ανεύθυνες και άκαιρες διεκδικήσεις για τέτοιο πράγμα».










