Η προεκλογική εκστρατεία που ήδη ξεκίνησε έχει ένα νέο χαρακτηριστικό. Στο παρελθόν, τα κόμματα και οι αρχηγοί τους προσπαθούσαν να απευθυνθούν στο μέγιστο μέρος του εκλογικού σώματος. Ο στόχος ήταν η  ενσωμάτωση όσο περισσότερων ψηφοφόρων μπορούσαν στη δυνητική εκλογική βάση του κόμματος. Η επίδοση στην κάλπη προϋπέθετε ρητορική και συνθηματολογία με την οποία να μπορούσε να ταυτιστεί μια κοινωνική πλειοψηφία.

Το έκανε με εξαιρετική επιτυχία ο Ανδρέας Παπανδρέου, επινοώντας το σχήμα των «μη προνομιούχων», στο οποίο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο όλοι μπορούσαν να δουν τον εαυτό τους. Αλλά και αργότερα, το σύνθημα του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του 1985 «για ακόμη καλύτερες μέρες» ή της Νέας Δημοκρατίας το 1989 «αξίζουμε μια καλύτερη Ελλάδα» ήταν συνθήματα καθολικής απήχησης. Οι πρώτες από τις (τουλάχιστον) δύο κάλπες που έχουμε μπροστά μας φέρνουν κάτι πολύ διαφορετικό.

Για πρώτη φορά, τα κόμματα επιλέγουν συνειδητά κάτι πολύ διαφορετικό. Επιλέγουν να απευθυνθούν αποκλειστικά σε ένα συγκεκριμένο ακροατήριο – και μόνον σε αυτό. Για τους υπάρχοντες σχηματισμούς είναι οι εκλογείς που τους προτίμησαν την προηγούμενη φορά, για τα παλιότερα κόμματα είναι ο «σκληρός πυρήνας» τους, για τους νέους φορείς το κοινό που έχουν προσδιορίσει ως προνομιακό για το καθένα. Οι άλλοι είναι σαν να μην υπάρχουν. Το φαινόμενο είναι εισαγόμενο  – και προσιδιάζει σε κατακερματισμένες κοινωνίες, όπου ομάδες και συνιστώσες τους έχουν πάψει να επικοινωνούν μεταξύ τους.

Ο πρώτος που το κατάλαβε και το έκανε πολιτική πράξη και πολιτική επικοινωνία ήταν ο Τραμπ. Οποτε δεχόταν επιθέσεις για κάποια από τις ακρότητες που εκστόμιζε, δεν γινόταν απολογητικός, δεν εξηγούσε, δεν αναδιπλωνόταν. Το αντίθετο – πολλαπλασίαζε την επιθετικότητα. Με διαρκώς πιο ακραίες προτάσεις, αποξένωνε όσους ήδη τον αποστρέφονταν. Ταυτόχρονα, όμως, αυξανόταν η ένταση της ταύτισης όσων τον προτιμούσαν. Τον αντέγραψαν με επιτυχία ο Φάρατζ στη Βρετανία, ο Ορμπαν για πολλά χρόνια στην Ουγγαρία, η Μελόνι στην Ιταλία (μέχρι την εκλογή της, γιατί κατόπιν μετακινήθηκε σε πολύ μετριοπαθέστερες επιλογές).

Η στρατηγική του στενού πυρήνα και των κλειστών ακροατηρίων ταιριάζει και με τον τρόπο που διακινείται η πολιτική στην εποχή των κοινωνικών δικτύων. Οι απόψεις διατυπώνονται σε μικρές ομάδες «φίλων» ή «ακολούθων» και όχι σε μέσα γενικής πρόσβασης. Ετσι δεν υπόκεινται στον καθολικό δημόσιο έλεγχο, ούτε καν στη δημοσιογραφική διαμεσολάβηση. Παύουν να είναι πολιτικές θέσεις και μοιάζουν περισσότερο με κηρύγματα που αναζητούν πιστούς ή θιασώτες, όχι συνοδοιπόρους. Η ιδεολογία γίνεται θρησκεία, η πολιτική συμπόρευση μεταβάλλεται σε κοινότητα πίστης.

Ολα αυτά δεν είναι θεωρητικά. Εχουν άμεση εφαρμογή σήμερα και προσδιορίζουν την ποιότητα της εκλογικής αντιπαράθεσης. Η ΝΔ αναζητεί το 41% που την ψήφισε στις προηγούμενες εκλογές – και μόνον. Το κόμμα του κ. Τσίπρα στοχεύει αποκλειστικά στη συσπείρωση του 18% που είχε λάβει ο ίδιος ως αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ το 2023. Η κυρία Καρυστιανού και η κυρία Κωνσταντοπούλου μιλούν αποκλειστικά σε όσους έχουν απορρίψει συνολικά το πολιτικό σύστημα. Και ο κ. Βελόπουλος συναγωνίζεται με την κυρία Λατινοπούλου ποιος θα βρει την πιο «πιασάρικη» ατάκα που θα ενοχλήσει και επομένως θα προκαλέσει δημοσιότητα.

Η κυρία Διαμαντοπούλου δέχτηκε πυρά από παντού επειδή τόλμησε να αναγνωρίσει πως η κυβέρνηση μπορεί να έχει κάνει και κάτι σωστό. Ετσι θα πάμε στις πρώτες κάλπες – με σύγκρουση εχθρών και όχι αντιπάλων. Στις δεύτερες, όμως, που θα απαιτούν ευρύτερα ακροατήρια και πιθανές συνθέσεις, τα πράγματα θα είναι πολύ διαφορετικά και όσο βαθύτερες έχουν χαραχτεί οι διαχωριστικές τόσο πιο κοντά θα μας φέρνουν σε ένα αδιέξοδο.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail